Ένα μακρόσυρτο Φ, ως γράμμα αγανάκτησης σκέπασε τον ουρανό, πέντε λεπτά πριν την έναρξη του ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών και των καταστημάτων. Ο δυνατός άνεμος της θλίψης έκανε τα μπλεγμένα μαλλιά της μεγαλούπολης να ανεμίζουν από συνήθεια, να ατενίζουν ένα μέλλον μονότονο.
Βγαίνοντας από το σπίτι μου, ένας κύριος που περίμενε έξω από την πόρτα μου με ρώτησε τι επαγγέλλομαι και πόσα κερδίζω. Λυπάμαι του είπα κύριε, αλλά σήμερα ξέχασα την γροθιά μου στο τραπέζι.
Στην πραγματικότητα η δειλία μου είναι το θέμα συζήτησης της γειτονιάς κατά τη διάρκεια της χώνεψης και η πρώτη παρατήρηση των περαστικών κατά την προεπισκόπηση των πρωινών εφημερίδων. Όμως ο κύριος αποφασισμένος να φτάσει στα άκρα, μου ζήτησε να με ακολουθήσει. Κοίταξε του είπα. Γυναίκες λερώνουν τα ασπρόρουχα τους μόνο για να τα ξαναπλύνουν. Ανεβοκατεβάζουν από τα ράφια τα βάζα με το παστό κρέας και τις ελιές. Μια νεαρή αγρότισσα από την επαρχία που πάτησε το πόδι της το χάραμα στο πρώτο τσιμέντο, έδωσε όρκο να μην κάνει τίποτα σήμερα από τα αναμενόμενα. Πριν βύθισε το χέρι της σ' ένα μεγάλο βαρέλι με πριονίδια. Μετά έκοψε αθόρυβα το φτερό ενός παπαγάλου που κοιμόταν. Κανένα χιλιοστό της μονοτονίας δεν έσπασε. Πολλά βάζα έγιναν θρύψαλα αλλά οι ζημιές δεν είναι ανεπανόρθωτες.
Ο κύριος αυτός με ρώτησε πού θα έφτανα για να διεκδικήσω κάτι πιο άξιο από την κύηση ενός βρέφους με περιορισμένο ανάστημα. Η αξιοπρέπεια, του είπα, είναι η μάσκα των δειλών, άλλωστε ποτέ δεν καταφέρνω να θυμάμαι αυτά που λέω, πόσο μάλλον να τα πιστεύω.
