Όλοι μας θέλουμε να συνδέουμε την επιστροφή στο παρελθόν με κάποιο αίσθημα. Όπως όταν τρώς με κλειστά μάτια μια κουταλιά μαρμελάδα, μήπως θυμηθείς τη μητέρα με την ποδιά της στην κουζίνα ή όπως όταν σταυρώνεις τα γόνατα μπροστά στον καθρέφτη σα να υποκλίθηκες, μήπως επιστρέψει το ρίγος της επιδοκιμασίας ενος κοινού που παραληρεί για σένα.
Και τον αγαπημένο γι’αυτήν, ήχο της φθοράς του ξύλου, διαδεχόταν το θρόισμα των χαρτιών καθώς αυτά μπλέκονταν με τα δάκτυλα και καθώς διάλεγε ξανά τις τρεις αυτές φωτογραφίες.
Στην πρώτη εκείνος ο νεαρός ηθοποιός. Στεκόταν δίπλα της και την κοίταγε με θαυμασμό. Αυτή έσκυβε το κεφάλι και χαμογελούσε όταν της έλεγε πως είναι όμορφη και γλυκιά, οχι γιατί ντρεπόταν ή ήθελε να κάνει κάποιο γυναικείο σκέρτσο, αλλά γιατί δεν ήξερε να αντιμετωπίσει την ειλικρίνεια του νεαρού. Στην φωτογραφία αυτή, έχει ξεπεράσει κάθε όριο θράσους του και της έχει αρπάξει το χέρι και το κρατάει μέσα στα δικα του.
Η άλλη φωτογραφία είναι πόνου. 10 γυναίκες δίπλα στο χαντάκι και δίπλα τους στρατιώτες. Αυτή δεν κοιτάει το φακό, σχεδόν δε φαίνεται το μισό πρόσωπο της, το μαυρισμένο της μάτι δηλαδη και το κομμένο της μάγουλο. Φωτογραφία ψυχικής δύναμης. Το κομμάτι που κρύφτηκε από την αιωνιότητα είχε πόνο, εξευτελισμό, απορία. Έμεινε μόνο αυτό το περήφανο να της θυμίζει την αντίσταση, την αξιοπρέπεια, τη δύναμη.
Τελευταία φωτογραφία. Καλλιτεχνική. Για τις μαρκίζες των θεάτρων και για τις στήλες των περιοδικών. Προσεγμένη πόζα και φωτισμός. Ώστε να αφήνει το θέμα της ομορφιάς, ή της ασχήμιας, στο υποκειμενικό του καθενός. Αστεία μα και μελαγχολική. Γλυκιά, ή μήπως στριφνή; Άσχημη, όμως με τρόπο γοητευτικό.
Καθισμένη με την πλάτη στον καθρέφτη του δωματίου, η Ταυγέτη χτένισε τα μαλλιά της. Μέσα εδώ, σε αυτό το άδειο δωμάτιο, δεν ήταν αμήχανα ερωτευμένη, δεν ήταν ηρωίδα, ούτε καν μια ντίβα, ήταν αυτό που είμαστε όλοι όταν μένουμε μόνοι. Ο εαυτός της. Και με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ευτυχίας, έμοιαζε να απολαμβάνει την τελετουργία των μηχανικών κινήσεων της προετοιμασίας της για να βγει στην αγορά για ψώνια. Άνοιξε τη ντουλάπα και διάλεξε ένα πράσινο φαρδύ φόρεμα, έβαλε τα άνετα της παπούτσια και για μια στιγμή μου φάνηκε πως χαμογελώντας έκλεισε το μάτι στην κλειδαρότρυπα του χωροχρόνου απ’όπου την παρακολουθώ.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Τα παιδιά της γειτονιάς την είδαν και τρέξανε να πέσουν στην ποδιά της.
---------------------------------------------------------------
*Η ιστορία είναι απολύτως φανταστική, ουδεμία σχέση έχει με πραγματικά γεγονότα απο τη ζωή της Ταϋγέτης Μπασούρη και γράφτηκε με απόλυτο σεβασμό στη μνήμη της.
Αφιερωμένο στη Σοφία που το ζήτησε.
