Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2008

Το μονόπρακτο του Κιούμπρικ

Αργά το απόγευμα στη στάση του μετρό, άντρας και γυναίκα περιμένουν κουρασμένοι.

Επόμενος συρμός σε 7 λεπτά


Ξεφυσάνε. Δε μιλάει κανείς


Επόμενος συρμός σε 4 λεπτά

Αυτός: Έχεις σκεφτεί ποτέ πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος αν ο Ρούμπικ έφτιαχνε ταινίες και ο Κιούμπρικ κύβους?

Αυτή: Οι ταινίες θα είχαν καρέ χωρισμένα σε 9 κομμάτια και ο κύβος θα παρέμενε τόσο δυσνόητος όσο είναι τώρα

Αυτός: Ναι αλλά και πάλι..

..Θα υπήρχαν διαγωνισμοί ποιος θα λύσει πιο γρήγορα τον κύβο του Κιούμπρικ?
Αυτή: Ποιος θα τον λύσει με μάτια ερμητικά κλειστά

Αυτός: Αν και το κουρδιστό πορτοκάλι τώρα που το σκέφτομαι ήταν απλώς ένα ανεπιτυχές βήμα προς την κατασκευή του κύβου..

.. δηλαδή πήρε το πορτοκάλι και το κούρδισε..

Θέλω να πω, ...το είχε στο μυαλό του!


..το παίδευε


..τι κριμα που μας αφησε νωρις και δεν ολοκληρωσε το εργο του
Αυτή: εκοιμήθει υπο τους ήχους γραναζιών

Επόμενος συρμός σε 2 λεπτά

Αυτός: Εγώ προσωπικά δε μπορώ να κοιμηθώ αν δεν έχει απόλυτη ησυχία
..ή αν δεν υπάρχει μια αντιλόπη μέσα στο κτίριο.

Ακούγεται παράξενο ίσως αλλά η φυσική παρουσία μια αντιλόπης με ηρεμεί.

Αυτή: Εγώ αν έχω φάει την αντιλόπη προηγουμένως δε μπορώ να κλείσω μάτι

..

Αυτή: Κοίτα .... οξύμωρον ε?

Αμα «κλείσεις τα μάτια» της αντιλόπης και μετά τη φας δε μπορείς εσύ μετά να κλείσεις μάτι


..Ουάου, ε?

Αυτός: Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι.

Εγώ απλά μαχαιρώνω την αντιλόπη και την τρώω.
Έτσι απλά, χωρις συναισθηματισμους

Ο συρμός φτάνει. Επιβιβάζονται. Πιάνονται από τις χειρολαβές.

Αυτή: Δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ πού είναι ο Θεός όταν χώνεις τα δάχτυλα σου ανάμεσα σε μυς και φλέβες?

Όταν πιπιλίζεις το μυελό των οστών δεν ακούς τη μουσική των αγγέλων?

Αυτός: Αν υπαρχει θεος, ΑΝ λεω, τοτε σιγουρα δεν ειναι μεσα στο παγκρεας της αντιλοπης

(κάποιος επιβάτης δίπλα τους βήχει διακριτικά)

Αυτός: εχω ψαξει, γιαυτο το λεω

Αυτή: είναι καλή κρυψώνα πάντως
για εμάς δηλαδή

αμα έρθουν οι Γερμανοί ξανά

Αυτός: ναι, εγω πχ δε θα εψαχνα

Επόμενη στάση Πανεπιστήμιο - επιβιβάζεται πολύς κόσμος

Αυτή: να, είδες?

Αν η Αννα Φρανκ είχε σκεφτεί καλύτερα τις επιλογές της τώρα θα ήταν στο Ακαπούλκο να τρώει τη σύνταξη του Εβραίου τραπεζίτη συζύγου της

Αυτός:
του Stein λες.

Ωραιο ζευγάρι! Frank& Stein

Αυτή:
..και το παιδί τους frank & stein junior

Η στάση μου. Κατεβαίνω, τα λέμε αύριο.

Αυτός:
Αντίο.

Ναι, αλλα προκύπτει ένα παράδοξο ..
(φτάνει σπρώχνοντας και ανοίγει το παράθυρο καθώς ο συρμός ξεκινάει. Φωνάζει)

αν υπήρχε στο κτίριο αντιλόπη τότε η Αννα Φρανκ θα είχε αποκοιμηθεί και άρα δε θα μπορούσε να κρυφτεί στο πάγκρεας του ζώου για να γλυτώσει από τους Γερμανούς και να κάνει στο μέλλον τον Φράνκενστάιν Τζούνιορ

Αυτή (φωνάζει):Μπορεί να κατάφερνε να μείνει ξύπνια αν απασχολούσε τον εαυτό της με λίγο κύβο του Κιούμπρικ

(το τρένο αφηνει την αποβάθρα)

Αυτός: (μονολογεί χαμηλόφωνα)

Μα πώς θα μπορούσε να αποκοιμηθεί όμως όταν γνώριζε πως οι αντιλόπες του κόσμου εκει έξω παράγουν τεράστια νούμερα διοξειδίου του άνθρακα και η εκτροφή τους σε μεγάλες ποσότητες για κατανάλωση κρέατος, έχει φτάσει τον πλανήτη στα όρια του και πλέον μας απειλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

(Κοιτάζει τριγύρω του, τον κοιτούν περίεργα. Σωπαίνει)

Αυτός: (αρχίζει και γελάει)
Τώρα έβαλα στο μυαλό μου ένα θερμοκήπιο που καλλιεργεί μικρους εκκολαπτόμενους grow-your-own Ronaldo για να κατακλυσει την ποδοσφαιρική αγορά από φαινόμενα του θερμοκηπίου με γρήγορη τρίπλα και αραιά δόντια.

(Δε γελάει κανείς άλλος. Ξανασωπαίνει και βυθίζεται στο κάθισμα του)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2008

2 χρόνια Fight Back

Νότια Ιταλία. Φθινόπωρο 2008. Η πιο πολυτελής δεξίωση που έχω πάει ποτέ. Κτήμα που εκτείνεται όσο φτάνει το μάτι σου, τραπέζια στρωμένα με κατάλευκα σεντόνια. Κόσμος περιφέρεται με ένα κοκτέιλ στο χέρι. Ντυμένοι με πανάκριβα φορέματα και κουστούμια. Ακραία επίδειξη πλούτου. Περιδέραια κρατιούνται απο καλοσχηματισμένους ώμους. Λεμονιές δημιουργούν ιδανικό ίσκιο, πλακόστρωτο παρεμβάλεται ανάμεσα στο καταπράσινο χορτάρι, για να μη βουλιάζουν τα τακούνια των κυριών και τους δημιουργούν άβολες καταστάσεις κατα το περπάτημα τους.

Εγώ με το ριγέ κουστούμι μου νομίζω πως δείχνω μυστηριώδης και γοητευτικός έτσι που έχω ακουμπήσει στο μπαρ και διατάζω με ένα νεύμα μου τον μπάρμαν να ανανεώνει το μαρτίνι μου. Δίπλα μου στέκεται ένας κουβανός κακοντυμένος, παράταιρο θέαμα. Γυναίκες με χρωματιστά μακριά φορέματα μου χαμογελάνε που και που. Μια μπάντα αρχίζει και παίζει. Εμφανίζεται εκείνη. Δεν περίμενα οτι θα την έβλεπα ποτέ απο τόσο κοντά. Συνηθισμένη, μα εξωτική και λαμπερή. Η Σακίρα τραγουδάει με τη μπάντα των Κουβανών. Όλοι γυρνούν το βλέμμα και χειροκροτούν ελαφρά, μετά γυρνάνε πάλι στις παρέες του και χάνονται στις χλιαρές συζητήσεις τους. Δεν εκπλήσεται κανείς, λες και ζουν έτσι κάθε μέρα. Καθιστοί σε κάποια πολυθρόνα με σερβιτόρους να τους φέρνουν οτιδήποτε θέλουν πριν ακόμα το ζητήσουν κι όλα αυτά ενώ παραδίπλα τραγουδάει αισθαντικά μόνο για την πάρτη τους η Σακίρα. Συνηθισμένα πράγματα.

Αποφασίζω να σφίξω τη γραβάτα μου λίγο. Βγάζω απο την τσέπη τα μανικετόκουμπα και τα ξαναφοράω. Αν είναι να με προσέξει η Σακίρα, ας με δει στα καλύτερα μου. Τελειώνει το τραγούδι της, χαμογελάει και χάνεται μέσα στον κόσμο. Έτσι κοντή που είναι κιόλας, άντε να την εντοπίσεις. Η μπάντα διαλύεται ησύχως. Ο κουβανός μένει πάλι μόνος και πλησιάζει στο μπαρ. Μαζική μετατόπιση των καλεσμένων προς το μπουφέ. Τεραστίων διαστάσεων. Για όλες τις προτιμήσεις, οι καλεσμένοι προέρχονται απο όλο τον κόσμο πρέπει όλοι να μείνουν ικανοποιημένοι. Δε μπαίνω στην ουρά. Θα μείνω εδώ άλλο λίγο στο μπαρ που έχω πάρει την καλή μου ποζα και φαίνεται το ωραίο μου προφίλ. Φωτίζεται καλά και το ριγε κουστούμι μου που ακριβοπλήρωσα για την περίσταση. Κοιτάζω τους άντρες. Σφιχτά σώματα, ζυγωματικά έτοιμα να εκραγούν και να σχίσουν το πρόσωπο. Ακριβά παπούτσια. Αυτά λέει προσέχουν πρώτα οι γυναίκες.

Σφιχτοί κώλοι. Αυτούς προσέχουν πρώτα οι άντρες. Κοσμήματα εκατομμυρίων. Χρώματα. Αρώματα. Διακριτικό ντου στο μπουφέ. Φαίνεται όσα εκατομμύρια και να έχεις στο λογαριασμό, όσο και να έχεις χορτάσει την πολυτέλεια, δε μπορείς να αντισταθείς να τσακίσεις ένα προσεγμένο μπουφέ. Εγώ παρατηρώ. Απο το μπαρ. Είμαι πάνω απο όλα αυτά. Η πείνα βέβαια με έχει τσακίσει, όταν αραιώσει ο κόσμος θα κάνω μια βόλτα πάνω απο τα φαγητά και με ύφος αποδοκιμασίας θα ρημαδοβάλω 2-3 γιγάντιες γαρίδες για να μη προσβάλω τον οικοδεσπότη. Η Σακίρα στο μπουφέ! Θα μετρήσω μέχρι το 5 και είμαι βέβαιος πως θα γυρίσει να με κοιτάξει. Πέρασαν τα πέντε. Δε γύρισε. Έφτιαξε ένα πιάτο απο μικροσκοπικές ντομάτες και αβοκάντο. Η δίαιτα των στάρ του χόλιγουντ.

Ποτά, χαμόγελα, μουσική, συζητήσεις απο αυτές που κάνουν οι πλούσιοι μεταξύ τους και στο τέλος κάποιος λέει κάτι και γελάνε όλοι μαζί βροντερά και δήθεν λυτρωτικά.

Περάστε στα γλυκά. Ποιο το νόημα αυτής της γιορτής; Φάγαμε ήπιαμε, μας είδαν, στριφογυρίσαμε μέσα στο φόρεμα μας και επιστρέψαμε στις βίλες μας για να οργανώσουμε δύο φορές καλύτερη δεξίωση. Πολλά γλυκά πάντως. Αν με αφήναν σε μια τεράστια αίθουσα με όλα αυτά τα γλυκά μόνο μου, θα τα έτρωγα όλα κι ας έμενα μετά στον τόπο απο χοληστερίνη ή γλυκερίδια ή τελος πάντων ότι παθαίνει αυτος που τρώει πολλά γλυκά. Ξέρω γω, ζάχαρο? Τι περιμένετε ρε μαλάκες να σας πω, που να ξέρω γιατρός είμαι?


Και τότε τον βλέπω. Τότε καταλαβαίνω. Έρχονται στο μυαλό μου εικόνες. Αυτός ο κουβανός όλο το βράδυ. Η ίδια εικόνα. Το είδωλο μου. Αυτός που θα ήθελα να είμαι. Ο κουβανός μέσα σε μία παρέα, με τζινακι και μαύρο γιλέκο, κι ένα κουτάκι Heineken στο χέρι. Όλο το βράδυ με heineken στο χέρι. Είχε δίπλα του τους αστακούς, τα ακριβότερα ουίσκια, όλη τη χλιδή του κόσμου και έπινε heineken και μάλιστα κουτάκι αυτό το ασημί με πράσινες λωρίδες.

Ακόμα κι όταν η ζωή τον έφερε στην πιο πλούσια δεξίωση του κόσμου αυτός αρκέστηκε σε ένα δυο κουτάκια heineken. Περιφρονεί τα πάντα. Και πίνει μπύρα.
----

Ξύπνησα απότομα. Ήμουν ιδρωμένος, το δωμάτιο είχε υπερβολική υγρασία. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι. Το σπίτι ήταν δυάρι και έξω ούρλιαζαν σειρήνες περιπολικών. Το νέον του απέναντι ξενοδοχείου αναβόσβηνε ρίχνοντας μου μπλε φως. Ακαταστασία παντού. Πεταμένα ρούχα και παρατημένα κουτιά από προχθεσινα delivery. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Καμία έκπληξη. Ήμουν ο κουβανός. Στο κρεβάτι δίπλα μου κοιμόταν γυμνή η Σακίρα.
Παλιοζωή, σκέφτηκα. Έπνιξα τους καημούς μου σε μια παγωμένη heineken.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2008

0/4 - Η μαλακή σκανδάλη

Ξεκλείδωσε και τον οδήγησε σε μια σκάλα. Άρχισαν να ανεβαίνουν, ο Φώντας μπροστά, ο Οράτιος πίσω. Ο Οράτιος παρατηρούσε το χώρο τριγύρω του. Κάθε καινούργιο αντικείμενο, τα πάντα, στη μέση της σκάλας βρισκόταν ένας καθρέφτης. Ο Οράτιος έριξε μια ματιά στην αντανάκλαση του. Τρόμαξε. Του φαινόταν τόσο διαφορετικός ο εαυτός του, δε μπορούσε να καταλάβει όμως γιατί. Θα το σκεφτόταν αργότερα, ο Φώντας είχε ήδη προχωρίσει αρκετά σκαλοπάτια πιο πάνω και βιάστηκε να τον προλάβει.

Ήταν ο εαυτός του κι όμως δεν ήταν. Σαν κάποιος άλλος να ζούσε μέσα του. Σαν ξένος άνθρωπος σε γνώριμο σώμα. Ο Οράτιος κατέβηκε πάλι τα σκαλιά και γυρισε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη. Ίσως να ήταν τα μάτια του. Το βλέμμα είχε κάπως αλλάξει. Δεν ήταν πια αθώο.
Δε ξύρισε τα μαλλιά του για δυο μέρες και είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν οι κόκκινες τρίχες Ήταν πολύ κοντές ακόμα αλλά μοιάζαν να φυτρώνουν αγριεμένες και ανεξέλεγκτες.


Ο Φώντας άρχισε να τον φωνάζει. Έτρεξε να ανέβει μέχρι το δεύτερο όροφο κι εκεί είδε το αφεντικό του να τον περιμένει παραξενεμένο από την αργοπορία του. Το κτίριο ήταν όλο ξενοίκιαστο. Παλιά γραφεία, σε αρκετά καλή κατάσταση, φαίνονταν να έχουν πρόσφατα εγκαταλειφθεί. Στην επαρχιακή πόλη όλα ήταν άδεια, όλοι οι δρόμοι έρημοι, τα πρόσωπα βαριεστημένα, το σκηνικό ήταν ιδανικό για ύποπτες δοσοληψίες. Ο Φώντας είχε ακουμπήσει μια λάμπα πάνω στο τραπέζι. Υπήρχε ακόμα ρεύμα. Έσκυψε κι απο την τσάντα στο πάτωμα τράβηξε μια καραμπίνα.

«Πάρτη και αν γινει κάτι ρίξε μια δυο φορές προς τα πάνω. Θα τρομάξει και θα φύγει. Γυναίκα είναι.» διέταξε ο Φώντας

«μα.. Κι αν εμφανιστεί κάποιος άλλος αντι για αυτή? Αν φέρει κι άλλους?»

«Δε θα φέρει. Ο Μπεν θα μας ειδοποιήσει αν δει καποιον. Θα κάνουμε πολύ γρήγορα. Εσύ απλά παρακολούθα κι αν γίνει κάτι ρίξε προς τα πάνω. Αυτό μονο. Και σε λίγο θα φύγουμε για Αθήνα.»

Το σπίτι είχε και τηλέφωνο παρατημένο στο πάτωμα. Ο Οράτιος έκλεισε τη λάμπα μη τυχόν και τον δει κάποιος απο γύρω και έμεινε στο σκοτάδι. Στάθηκε δίπλα στο παράθυρο. Με την καραμπίνα στο χέρι. Ο Φώντας είχε κατέβει και περίμενε δίπλα σε μια κολώνα στο απέναντι κτίριο. Καθόλου νευρικός. Εξοργισμένος, ναι. Αλλά έκρυβε τη σύγχιση του και εξέπεμπε μια ηρεμία σχεδόν ανατριχιαστική. Ο αλλαντοπώλης είχε εξαφανιστεί, ποιος ξέρει που θα βρισκόταν και τί τρέλα θα είχε βάλει στο μυαλό του. Τα πάντα ήταν στον αέρα. Κανείς τους στην πραγματικότητα δεν είχε σκεφτεί την ημέρα μετά. Μετά απο τις ληστείες, τους φόνους, τις βαλίτσες με τα μετρητά, μετά τις αποδράσεις και τις στιγμές της ξέφρενης αλητείας. Κανείς τους δεν είχε υπολογίσει οτι το μετά θα ήταν πιο δύσκολο. Γιατί η ομάδα βρίσκει τον τρόπο και συντηρείται, τρώει απο τις σάρκες της και επιβιώνει. Αλλά όταν η ομάδα χωριστεί... Όταν ο ένας θα αφήσει τον άλλον θα έχει την υποψία μήπως και κάτι συμβεί, μήπως και ο άλλος μιλήσει. Αν κάτι πήγαινε στραβά ο ένας θα έστελνε τον κίνδυνο στους άλλους. Δεν θα ηταν γραφτό να ηρεμήσουν ποτε. Και τωρα πια δεν υπήρχε πισωγύρισμα.

Ο Μπεν έτρεχε αδιάκοπα σε μια ακτίνα 200 μέτρων γύρω απο το σημείο συνάντησης. Ο αρουραίος θα παρατηρούσε αν κάποιος πλησίαζε και θα ειδοποιούσε για να εξαφανιστούν πριν κινδυνεύσουν. Ο Φώντας περίμενε. Ποιος ξέρει τι είχε στο μυαλό του. Ο Οράτιος τον φοβόταν. Δεν είχε υπολογίσει εξαρχής στη συμμορία ούτε τον Οράτιο ούτε τον αλλαντοπώλη. Πιθανό και τον αρουραίο να τον είχε χρησιμοποιήσει για να πάρει την ατζέντα και μόνο. Ο Φώντας είχε τον τρόπο να βρίσκει όπλα και να τους τα βάζει στα χέρια. Να κανονίζει ραντεβού με ανώτατους αξιωματικούς. Ήταν ο αρχηγός, το μυαλό. Αυτοί απλά βρίσκονταν εκεί, παίζαν το ρόλο τους σα μαριονέτες και μετά γιόρταζαν για ένα υποτιθέμενο μερίδιο θησαυρού που δε μπορούσαν να το αγγίξουν. Τουλάχιστο όχι πριν τελειώσει η δράση της συμμορίας. Πότε όμως θα τελείωνε? Και πώς?

Το δωμάτιο είχε τηλέφωνο. Ο Οράτιος το τράβηξε κοντά του. Σήκωσε το ακουστικό και άρχισε να καλεί νούμερα. Μια γυναικεία φωνή απάντησε

Αυτός δίστασε στην αρχή όμως τελικά μίλησε « εγώ είμαι. Ο Οράτιος»
η γυναικεία φωνή άρχισε να μιλάει γρήγορα αναστατωμένη και ενθουσιασμένη.
«μίλα πιο σιγά σοφάκι. Πιο σιγά. Τι κάνεις? Ναι, στην αθήνα. Δηλαδή τώρα δεν είμαι, αλλά γύρω απο την Αθήνα γυρνάω

..μην λες το όνομα μου. Μη πεις σε κανέναν οτι κάλεσα. Οι γονείς μου τι κανουν.

..με ψάχνουν? Τι είπανε που δεν γύρισα? Που δε τους κάλεσα?

Σοφάκι.

Σοφάκι άκου με. Όχι δε μπορώ να γυρίσω. Ακου με. Θέλω να μαζέψεις μερικά απο τα χρήματα σου και να έρθεις αύριο στην αθήνα. Πάρε το λεωφορείο αν είναι να το σκασεις. Αν βρεις μια δικαιολογία πάρε ταξί, θα σου πληρώσω εγώ το ταξίδι και σου έχω κλείσει ξενοδοχείο. Αυριο θα παω σε μια οντισιον να τραγουδήσω. Είναι μεγάλη ευκαιρία. Θέλω να είναι κάποιος δικός μου μαζι. Σε παρακαλώ σοφάκι έλα.


Σε κλείνω τώρα. Θα σε περιμένω. Μου λείπεις. Θα σε συναντήσω στο ξενοδοχείο.»

Ο μπεν έτρεχε. Ο Φώντας περίμενε. Η γυναίκα του συνταγματάρχη ήρθε απο το βάθος του δρόμου κρατώντας μια βαλίτσα. Ο Φώντας φόρεσε την κουκούλα του. Ο αλλαντοπώλης έλειπε. Η απουσία του είχε γεμίσει ένταση τη συναλλαγή. Τίποτα δεν ήταν όπως προγραμματίστηκε. Για να δουλέψει η μηχανή πρέπει να έχει όλα τα γρανάζια της.

Ο Οράτιος πήρε την καραμπίνα και στόχευσε. Ηταν έτοιμος για όλα. Η γυναίκα άφησε την τσάντα και έκανε μερικά βήματα πίσω. Ο Φώντας την άνοιξε και την περιεργάστηκε. Η γυναίκα κάτι ρώτησε. Δε θα άνοιγαν κουβέντα, ο Φώντας τη διέταξε να φύγει. Αυτή συνέχισε να ρωτάει. Φώναζε. Ο Οράτιος όπλισε. Η σκανδάλη ήταν μαλακή. Το βλέμμα του στον καθρέφτη. Οι κόκκινες τρίχες άρχισαν να ξεπροβάλουν. Τίποτα δε θα ήταν ποτέ όπως πριν. Ο αλλαντοπώλης εξαφανίστηκε. Ο μπεν τρέχει σε κύκλους. Κυκλώνει το έγκλημα μα δεν τολμάει να το πλησιάσει. Ο Οράτιος κρατάει το έγκλημα στα χέρια του. Το διαβάζει στον αντικατοπτρισμό του στον καθρέφτη. Ο Οράτιος στοχεύει το Φώντα. Απο τέτοια απόσταση μπορεί να του ρίξει στο κεφάλι. Η σκανδάλη είναι τόσο μαλακή. Πολλά προβλήματα θα προκύψουν, πολλά προβλήματα όμως θα λυθούν. Ο οράτιος είναι έτοιμος για όλα.

Η γυναίκα αποφασίζει να μην επιμείνει, γυρνάει την πλάτη και φεύγει βιαστικά. Ο Φώντας στέκεται για λίγο. Σα να περιμένει τη σκανδάλη του Οράτιου να πατηθεί. Ο Οράτιος κατεβάζει το όπλο. Οχι σήμερα.

Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2008

Ο χωρισμός όπως θα έπρεπε να είναι

Είχα παραγγείλει μιλκσέηκ βανίλια και πάνκεηκς να μου κρατάνε παρέα όσο την περίμενα στο μαγαζί που πηγαίναμε στα πρώτα μας ραντεβού. Ήμασταν μαζί πολλά χρόνια και περνούσαμε καλά όμως η τέλεια σχέση μας είχε αρχίσει και μου ασκούσε τεράστια ψυχική πίεση, ένιωθα πως με έσφιγγε ο αόρατος κλοιός της ισόβιας δέσμευσης.

Θα ερχόταν σε λίγο. Της έιχα πει να περάσει να συζητήσουμε. Πού να φανταζόταν τι θα της έλεγα.

Είχε αρχίσει και με πίεζε πάρα πολύ. Μου έδειχνε μια υπερβολική αγάπη που δε μπορούσα να την αντέξω. Αν υπήρχε συναισθηματική ζυγαριά θα έδειχνε πως κι εγώ δεν την αγαπούσα λιγότερο, απλώς εγώ της άφηνα το χώρο της, της έδινα το περιθώριο να κάνει τα πράγματα που την ευχαριστούν. Αυτή αντιθέτως όλο μου έκοβε αυτά που μου άρεσαν για να μένει περισσότερος χρόνος να περνάμε μαζί. Αναγκαζόμουν να μη βλέπω Τριτη Τετάρτη τσαμπιονς λίγκ και Σάββατο Κυριακή πρωτάθλημα. Έπρεπε να διαλέξω μόνο 3 απο τα ματς που μου άρεσαν, πως να διαλέξεις όμως. Τόση πολλή και καλή μπάλα.. Ή που όλα μας τα ταξίδια στο εξωτερικό ήταν σε εξωτικά μέρη που ήθελε αυτή κι όλο αναβάλλαμε για το μέλλον το ταξίδι στην πόλη του φωτός που ονειρευόμουν εγώ.

Το πάνκεηκ κρύωνε. Δεν είχα όρεξη και δεν κατέβαινε μπουκιά, είχα πιεστεί κιόλας, δεν ήταν εύκολο αυτό που θα της ανακοίνωνα. Είχε πάει για ψώνια με τις φίλες της και θα ερχόταν απευθείας να με βρει. Άλλο κι αυτό. Κάθε βδομάδα ήταν για ψώνια, έπαιρνε νέα ρούχα, ακριβά παπούτσια και αρώματα, υπήρχε ένας συνεχής καλλοπισμός και εμφανίζονταν διαρκώς καινούργια σέξι εσώρουχα και το πιο εξοργιστικό ήταν οτι για όλα αυτά δεν μου είχε ζητηθεί ποτέ να πληρώσω ούτε σεντς. Αυτή η ανεξαρτησία και αυτάρκεια ήταν μεγάλο πλήγμα για τον ανδρισμό μου.

Νατη, έρχεται. Εμφανίστηκε φορτωμένη με τσάντες απο ψώνια παρέα με τις φίλες της καλοχτενισμένες και ντυμένες στην τρίχα. Αυτές με χαιρέτισαν και αποσύρθηκαν σε διπλανό τραπέζι για να μας αφήσουν λίγο μόνους. Μύριζαν πάλι όλες πανέμορφα. Ξεκίνησα κομπιάζοντας να της εξηγώ. Τα λόγια έβγαιναν μπερδεμένα και ίδρωνα απο το άγχος μου να την ξεφορτωθώ όσο πιο ανώδυνα γινόταν. Με κοίταγε αρχικά παραξενεμένη, μετά όμως πήρε ένα καθησυχαστικό βλέμμα. Κάλεσε τις φίλες της να έρθουν κοντά μας και αυτές βολεύτηκαν δίπλα μου. Φοβήθηκα πως θα καταφύγει σε κάποια τρελή πράξη εκδίκησης, όπως να μου ρίξει το μιλκσέηκ μέσα στο παντελόνι ή να μου φορέσει το τακούνι μανόλο μπλάνικ στο κούτελο. Με ένα νόημα της όμως οι φίλες της άρχισαν να με χαιδεύουν.

«Καταλαβαίνω, θέλεις να μείνεις μόνος σου. Φοβάσαι τις δεσμεύσεις. Τηλεφώνησε μου αν θες να περάσουμε καλά.»

--------------------------------------

Και της τηλεφώνησα. Δεν είχαν περάσει 10 μέρες και είχε αρχίσει να με καίει η απορία πως να περνάει χωρίς εμένα, πόσο να της στοίχισε η απουσία μου και κυρίως πόσο επώδυνος ήταν για αυτή ο ξαφνικός χωρισμός μας. Μου είχε λείψει και το σπιτικό φαγητό της, με τα τζανκ φουντ είχα πάρει και μερικά κιλά. Οκ, το παραδέχομαι. Πολύ σημαντικό ρόλο στο τηλεφώνημα έπαιξε και η πολλαπλή φαντασίωση μου με τις φίλες της, δεν είναι κακό, κάθε άντρας θα ενέδιδε σε αυτή την πρόκληση. Μου είπε να περάσω απ το εξοχικό της. Δίστασα να τη ρωτήσω αλλά κρατούσα μέσα μου την ελπίδα πως θα είναι και οι φίλες της και πήρα μια καρτέλα με 30 προφυλακτικά.

Έφτασα στο σπίτι στην ώρα μου. Μου άνοιξε και ήταν μαγευτικά όμορφη, φρέσκια όσο ποτέ και χαμογελαστή. Πέρασα μέσα και μου πρόσφερε ένα ποτό. Στο σαλόνι κάθονταν οι φίλες της που μου ρίχναν ματιές γεμάτες υποσχέσεις καθώς συζητούσαν χαμηλόφονα. Αυτή ήταν ήρεμη και χαλαρή. Μιλήσαμε γενικά περι ανέμων και υδάτων. Μέσα μου υπήρχε σύγκρουση ενστίκτου και αξιοπρέπειας. Απο τη μία ήθελα όσο τίποτα το ξέφρενο σεξουαλικό όργιο απο την άλλη με πρόσβαλε η άνεση της απέναντι στο χωρισμό, το γεγονός πως δεν είχε στεναχωρηθεί καθόλου ούτε με είχε παρακαλέσει για επανασύνδεση. Ήταν αυτή επιδεικτικά κουλ και ήταν κι οι φίλες της προκλητικά σέξι.

Και κέρδισε η λογική.

Σκέφτηκα: αν ενδώσω στο σεξουαλικό όργιο, τότε θα επιβεβαιώσω πως οι άντρες είναι ζώα που ακολουθούν μόνο τα ένστικτά τους, θα στιγματίσω τον ανδρικό πληθυσμό, αλλά ποιος νοιάζεται στην τελική. Εγω θα εχω να καυχιέμαι πως πήδηξα αβέρτα!

Πέρασα στο σαλόνι. Χαριεντιζόμασταν με αστειάκια αρκετή ώρα αυξάνοντας την ένταση, δήθεν αδιαφορώντας για αυτά που θα γίνονταν μεταξύ μας απο ώρα σε ώρα.

Σύντομα άρχισαν τα χάδια κι ύστερα τα πρώτα παθιασμένα φιλιά. Αφέθηκα στις φροντίδες τους. Με δέσανε στο καλοριφέρ με χειροπέδες. Το καλύτερο δεν είχε αρχίσει ακόμα σκέφτηκα. Τραβήχτηκαν λίγο πιο πέρα και επιδώθηκαν σε μεταξύ τους ερωτικά παιχνίδια. Εγώ κοιτούσα και φούντωνα. Ήθελα να συμμετάσχω αλλά ήμουν δεμένος στο καλοριφέρ κι αυτό αύξανε την επιθυμία μου. Και μετά ντύθηκαν. Και έφυγαν.


Έμεινα μόνος μου να συνειδητοποιώ το φτηνό και ύπουλο σχέδιο της. Ήθελε να με εκδικηθεί ξεφτιλίζοντας με και κάνοντας μου μια επίδειξη οτι δήθεν της ήμουν ερωτικά περιττός. Όλη εκείνη η αγάπη που μου έδειχνε τελικά ήταν αγάπη για τη σχέση μας κι όχι για μένα τον ίδιο? Πως αλλιώς θα ήταν δυνατό να αφήσει δεμένο στο καλοριφέρ για ώρες κάποιον που είχε αγαπήσει τόσο δυνατά?
.
..
Ξύπνησα και είχε αρχίσει να μπαίνει το φως απο τα παράθυρα. Ήταν πρωι κι αυτή δεν είχε επιστρέψει. Το αστείο είχε γίνει υπερβολικά κακόγουστο. Θα με αναζητούσαν ήδη απο τη δουλειά μου.

.
..
...

Πέρασε μια μέρα. Τα κόκκαλα μου πονούσαν αφού δε μπορούσα να τεντωθώ έτσι που ήμουν δεμένος. Καθόμουν διψασμένος μέσα σε μια λίμνη απο τα περιττώματα μου.
.
..

Φώναξα πολλές φορές αλλά δε με άκουσε κανείς. Ίσως αν κάποιος είχε δηλώσει την εξαφανισή μου στην αστυνομία να είχαν φτάσει σε αυτή και να είχαν διακρίνει στις ανακρίσεις τον εγκληματικό της εαυτό.
.
..

Δε θα επέστρεφε ποτέ. Θα με άφηνε εκεί μέσα να πεθάνω αβοήθητος.

.
..
...

Έφερα στο μυαλό μου τις φίλες της και τα πράγματα που κάνανε μεταξύ τους. Αυνανίστηκα μια τελευταία φορά.

.
..

Αυτό ήταν πεθαίνω, σκέφτηκα. Και βυθίστηκα σε ένα βαθύ σκοτάδι.

.
..
...

Μετά απο λίγο ξαναξύπνησα. Ήμουν ζωντανός. Για πόσο ακόμα?

.
..

Λίγο πριν ξεψυχήσω παραδέχτηκα πως πρέπει να εκτιμάμε αυτά που έχουμε, όταν τα έχουμε.
Εκείνο το μιλκσέηκ και το πανκεηκ τότε δεν τα ήθελα, όμως τώρα αν τα είχα μπροστά μου θα τα είχα τσακίσει.

.

Κοιμήθηκα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2008

0/4- Εξω απο το κέλυφος

Τέτοια εποχή όταν ήταν πιο νέος έβγαινε και μάζευε σαλιγκάρια. Αυτή ήταν η καλύτερη ώρα. Βράδι, που είχε υγρασία, βγαίνανε ξελιγωμένα και μπορούσε να τα ξετρυπώσει. Με ένα φακό στο χέρι και μια σακούλα, μέσα σε λίγες ώρες άνετα μάζευε μέχρι και τρια κιλά. Διάλεγε τα χοντρά, που είχαν πολύ σάρκα, αυτά που με δυσκολία χωράνε στον κύκλο που σχηματίζει ο αντίχειρας, νύχι νύχι με το δείκτη.

Είχε κρύο και πολύ υγρασία και τα παπούτσια του Παντελή χώνονταν βαθιά μέσα στα νοτισμένα χώματα των χωραφιών. Ο αλλαντοπώλης διέσχισε την απόσταση μέχρι το σταθμό των ΚΤΕΛ μέσα απο τους αγρούς, αποφεύγοντας τους δρόμους. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος, απλώς έκανε πιο περιπετειώδη και πιο κινηματογραφική την απόδραση του απο την υπόλοιπη συμμορία. Την ώρα που είχε ήδη μπει στο λεωφορείο για την Αθήνα, ξεφυσώντας ακόμα και προλαβαίνοντας την ανάσα του από το τρέξιμο (που δεν ήταν ακριβώς τρεξιμο, αλλά γρήγορο περπάτημα, με μεγάλα διαστήματα όπου είχε διπλώσει στα δύο και κράταγε τη σπλήνα του και η φλέβα στο κούτελο του πεταγόταν εκατοστά έξω από το κεφάλι του – όχι δηλαδή ότι πιο κινηματογραφικό), σκεφτόταν τις αντιδράσεις των υπολοίπων και τον έπιανε η ψυχή του. Πρώτος θα ξύπναγε ο Φώντας με τον ανήσυχο ύπνο και βλέποντας άδειο το κρεβάτι του, θα έτρεχε να δει αν υπάρχει ακόμα η ατζέντα ή αν την είχε πάρει μαζί του ο δραπέτης. Οι άλλοι δυο θα απογοητεύονταν. Ο Μπεν ο αρουραίος μόνο, με την ψύχραιμη σκέψη του ίσως αναγνώριζε πως αυτός θα ήταν ο μόνος σίγουρος τρόπος να πάρει πίσω το μαγαζί του ο Παντελής, αλλά δε θα εκδήλωνε αυτή του τη συμπάθεια. Θα τον έβριζε αισχρά και θα τον καταριόταν, όμως μέσα του θα ευχόταν καλή επιτυχία και καλή αντάμωση.

Τον Οράτιο δεν είχε καταφέρει να τον ψυχολογήσει. Κλειστός άνθρωπος που αν βοηθούσε τους αλλους, φαινόταν να το κάνει για να εξυπηρετήσει σε βάθος χρόνου το δικο του στόχο. «Ανοησίες. Όλοι αυτό κάναμε σε αυτή τη συμμορία», σκέφτηκε ο αλλαντοπώλης. Πιθανόν ο Οράτιος να ζήταγε το μερίδιο του απο τα χρήματα. Να χωρίσουν δια του τρια το ποσόν που μαζέψανε από τους στρατιωτικούς και να τελειώνουν όσο ακόμα κέρδιζαν το παιχνίδι. Ο Φώντας δε θα το δεχόταν αυτό. Μπορεί και να αποφάζιζε να τρέξει πίσω από τον αλλαντοπώλη. Γιαυτό και αυτός έπρεπε να τα κανονίσει όλα γρήγορα.

Το ραντεβού με το γαμπρό του ήταν σε απόμερο σημείο. Έξω απο την πόλη. Είχαν μιλήσει συνολικά 5-6 φορές για να το κανονίσουν. Αρκετά γεγονότα είχαν μεσολαβήσει και η συνάντηση τους χρειάστηκε να πάρει μερικές παρατάσεις. Θα υπέγραφαν συμβόλαιο και το μαγαζί θα ήταν πάλι στην ιδιοκτησία του Παντελή. Μόνο που όλα γινόντουσαν χωρίς να έχει ενημερωθεί ούτε ο Φώντας ούτε κανείς άλλος. Ο Παντελής φοβόταν πως αν άφηνε το ζήτημα του μαγαζιού του στους χειρισμούς της συμμορίας, θα το λύνανε, όμως θα κατέληγε με κάποιον από τους εμπλεκόμενους νεκρό. Και δεν ήθελε να πεθάνει ακόμα. Ούτε ήθελε να αφήσει την αδερφή του χήρα. Γιαυτό το ανέλαβε μόνος του. Τα συμβόλαια ήταν πλέον έτοιμα. Μιλήσανε την προηγούμενη μέρα. Ραντεβού έδωσε αρκετά χιλιόμετρα έξω απο την πόλη. Στην ερημιά.

Όχι και τόσο ερημιά τελικά. Ο Παντελής έφτασε στην ώρα του για να διαπιστώσει πως το μέρος είχε αλλάξει αρκετά απ όταν το θυμόταν. Έλειπε απο την πολη χρόνια αλλά δεν φανταζόταν πως το άγριο τσιμεντένιο θηρίο θα είχε επεκταθεί μέχρι εκεί. Αρκετά σπίτια είχαν ξεφυτρώσει μέσα στο δάσος. Ο Παντελής προχώρησε κάποιο χιλιόμετρο πιο έξω απο τον μικρό οικισμό όπου επικρατούσε ησυχία. Πήρε τηλέφωνο απο ένα καρτοκινητό στο τηλέφωνο του γαμπρού του. Ήταν κοφτός και σύντομος στις εντολές του. Δεν ήθελε να φανεί το υπερβολικό άγχος του. Η φωνή του ακόμα και στην πιο μικρή λέξη, το πιο απλό «ναι», ήταν έτοιμη να σπάσει απο αγωνία.

Να έμπαινε ξανά στο μαγαζί του. Πίσω στα γνώριμα λιμέρια. Ε ρε χαρές που θα έκανε η γειτονιά. Για 2 βδομάδες δε θα έπαιρνε λεφτά απο κανέναν. Κρέας τσάμπα για όλους. Ποσότητες, όχι αστεία. Δε θα ζητούσε δεκάρα απο όσα χρήματα πήρανε με τη συμμορία. Εξαρχής για το μαγαζί μπήκε. Θα τους βοηθούσε αν τον χρειάζονταν, ομως θεωρούσε πως ήδη ήταν βάρος και καθυστέρηση για τους υπόλοιπους. Ούτε θράσσος είχε, ούτε τίποτα ικανότητες, ούτε σωματικά προσόντα για να βοηθήσει. Πιο πολλά προβλήματα δημιουργούσε παρά έλυνε. Γιαυτό έλπιζε πως θα τον συγχωρήσουν και θα τον αφήσουν να δουλέψει στο μαγαζάκι του.

- - -

Το σαλιγκάρι όταν το τραβήξεις από το κέλυφος του δεν αντιδράει. Δε φαίνεται να αντιστέκεται, να ενοχλείται που έχασε την ασφάλεια που του προσέφερε το καβούκι. Ίσως νομίζει πως ελευθερώνεται. Είναι όμως θέμα χρόνου να ξεψυχήσει.

- - -

Ο Μπιστωτής φάνηκε 10 λεπτά πριν το ραντεβού του, με ταξί, όπως του είχε πει ο αλλαντοπώλης. Πλήρωσε τον οδηγό και βγήκε κρατώντας στο χέρι ένα χαρτοφύλακα. Φορούσε κουστούμι, χωρίς γραβάτα. Έτσι πήγαινε και στο μαγαζί. Τον είχε δει ο Παντελής και είχε φρίξει, ήταν υπερβολικά καλοντυμένος για αυτή τη δουλειά. Δεν έμπλεκε βέβαια με τα κρέατα, είχε προσωπικό για αυτές τις δουλειές. Αυτός μόνο έκανε τα κουμάντα, το παιζε αφεντικό με ψεύτικα χαμόγελα και νέες τεχνοτροπίες που εγκυμονούσαν εξωφρενικές τιμές.

Ο Παντελής τον πλησίασε. Κι ο γαμπρός του έκανε κι αυτός μερικά βήματα. Μοιράσανε τη διαδρομή, φαινομενικά κι οι δύο ανυπομονούσαν για αυτή τη μεταβίβαση. Στα σύντομα τηλεφωνήματα τους, ο γαμπρός επαναλάμβανε πως θέλει να ξεφορτωθεί το μαγαζί, πως δεν του ταίριαζε εξαρχής αυτή η δουλειά, πως έχει βάλει πρώτη στην ιεραρχία την οικογένεια του και πως αν το θέλει κι ο Παντελής θα τα ξεχάσουν όλα και θα γίνουν πάλι όλοι μια οικογένεια. Δεν ήταν εύκολο αυτό, αλλά ο Παντελής είχε φιλότιμο και κάτι τέτοια τα πίστευε.

«Έφερες τα χαρτιά»
«Όλα εδώ είναι Παντελή»
«Δεν πιστεύω να έχεις φωνάξει τίποτα μπάτσους»
«Όχι παντελή έκανα ότι μου είπες»
«Να υπογράψεις τότε να τελειώνουμε. Και να το αφήσεις από αύριο κιολας το μαγαζί»
«Εντάξει παντελή, δε θα σου φέρω αντίσταση σε οτιδήποτε πεις. Φοβάμαι για την οικογένεια μου»
«..κάτσε να διαβάσω το συμβόλαιο»


«Η αδερφή σου με ρωτάει τι συμβαίνει. Δε της είπα τίποτα για σένα όμως»
«Αυτό σου έλειπε. Είπαμε, ακολουθείς ότι σου λέω εγώ»
«Με βρήκε σε κακά χάλια. Το συκώτι μου έχει πρόβλημα από το ξύλο παντελή»
«Ας πρόσεχες. Σκάσε να διαβάσω, φέγγε μου το φακό»
«Με τσακίσατε στο ξύλο ρε άνθρωπε. Εσύ κι η συμμορία σου»
«Καλά σου κάναμε. Μου πήρες το μαγαζί με μπινιές, θα στο πάρω κι εγώ με ξύλο»
«Ναι αλλά να μου ρίξετε τόσο ξύλο? Και να με εκβιάζεις για να πάρεις πίσω το μαγαζί ενώ
μπορούσαμε να τα μιλήσουμε?»
«..είναι φορές που οι κουβέντες δε βοηθάνε. Όπως τώρα. Σκάσε να διαβάσω το συμβόλαιο γιατί σε φοβάμαι πως δε θα είναι όπως τα συμφωνήσαμε»
«Γιατί μου ρίξατε τόσο ξύλο ρε? Το συκώτι μου, έπαθα εσωτερική αιμορραγία..»
«Ήθελα πίσω το μαγαζί μου. Καλά σου κάναμε και σε δείραμε και αν σε εκβίασα είναι γιατί το μαγαζί μου ανήκει, κατάλαβες…. ? είναι ΔΙΚΟ ΜΟΥ, είναι…»


Ο γαμπρός του αλλαντοπώλη χαμογελώντας ύπουλα είχε τραβήξει το σακάκι του και είχε στρέψει το μαγνητοφωνάκι προς τον Παντελή για να ακούγεται ευκρινέστερα η παραδοχή των εγκληματικών ενεργειών του. Μια σειρήνα περιπολικού άρχισε να ουρλιάζει και την πλαισίωναν ποδοβολητά και η επανάληψη της επιτακτικής διαταγής «Ακίνητος».


Ο Παντελής παγιδευμένος χωρίς να το πολυσκεφτεί άρχισε να τρέχει προς τα χωράφια. Δεν έκανε πολλά μέτρα όταν στραβοπάτησε και το σώμα του σωριάστηκε αδέξια στο χώμα. Σύρθηκε ενστικτωδώς για λίγο καθώς τα χέρια του γδέρνονταν στα αγκάθια των θάμνων. Οι αστυνομικοί τον περικύκλωσαν και έστρεψαν τους προβολείς πάνω του.


Ο αλλαντοπώλης ήταν σαλιγκάρι. Τον μάζεψαν με φακό και σακούλα κάτω από τους θάμνους. Και χοντρό σαλιγκάρι μάλιστα. Από τα ζουμερά, αν σκεφτείς τις πληροφορίες που μπορούσε να δώσει στην αστυνομία. Το χέρι του ίσα που χώρεσε στον κύκλο που σχηματίζουν οι χειροπέδες για να κουμπώσουν.


( Οι πληροφορίες για τα σαλιγκάρια από παλιότερο κείμενο του Πετεφρή )

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2008

Στο δέλτα του Οκαβάνγκο

Σπάνια διηγούμαι την ιστορία μου. Είναι που δεν πιστεύω οτι θα με πιστέψει κανεις. Όταν αυτό που φαίνεσαι έχει τεράστια απόκλιση απο αυτό το ένδοξο που κάποτε ήσουν, είναι εύκολο να γίνεις αντικείμενο ειρωνίας και αμφισβήτησης. Αυτό θέλω να αποφύγω και γιαυτό δε μιλάω για τον εαυτό μου συχνά. Μόνο καμμιά φορά όπως τώρα, που νοσταλγικά αναπολώ τις εποχές της δόξας μου, φέρνω ξανά στο μυαλό μου εκείνες τις μέρες όταν βρήκα το θάρρος να αλλάξω τρόπο ζωής.




Την απόφαση την είχα πάρει. Με είχαν αναγκάσει οι συνθήκες δηλαδή να ακολουθήσω αυτή τη μεγάλη αλλαγή. Όμως η κρίσιμη φάση ήταν όταν έκανα πράξη αυτά που είχα αποφασίσει. Οπότε μάλλον όλα ξεκίνησαν απο τη Ναμίμπια. Εκεί ήταν που άφησα τους υπόλοιπους. Δεν άνηκα σε αυτή την ομάδα των ταξιδευτών με τα λεξικά, τους χάρτες και τις φωτογραφικές μηχανές, ήμουν ήδη αρκετά παράταιρο θέαμα δίπλα τους και γιαυτό όταν βρήκα την ευκαιρία ξεγλύστρισα απο το γκρούπ και χάραξα τη μοναχική πορεία μου. Απο εκεί, τη Ναμίμπια. Παρότι είχα ήδη τεράστια φήμη παγκοσμίως και ο κόσμος μίλαγε συχνά για τα κατορθώματα μου, σε αυτή την άκρη της γης δε ξεχώριζα απο τους υπόλοιπους. Δε με αναγνώριζαν. Ήμουν ένας ακόμα ανάμεσα στους εκατοντάδες παρόμοιους μου. Έπρεπε όμως να φύγω ακόμα πιο μακριά.

Ακολούθησα παράλληλα τον ποταμό του Οκαβάνγκο. Κάποια μέρα έφαγα μόνο το πηχτό υγρό που βγάζουν τα νούφαρα. Υπήρξαν και άλλες μέρες που έμεινα χωρίς καθόλου τροφή. Μόνο απομακρυνόμουν απο τις πόλεις και τα χωριά. Έφευγα απο τους ανθρώπους και χωνόμουν όλο και πιο βαθιά στην άγρια φύση. Στους ιπποπόταμους. Εκεί είχα αποφασίσει να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου.

Σύντομα έγινα μάρτυρας ενός φριχτού εγκλήματος. Μια αγέλη απο ζέβρες είχε διασχίσει λίγο πριν τον ποταμό δημιουργώντας μια πανδαισία χρωμάτων ανασηκώνοντας στον καλπασμό της το χώμα και το νερό που φωτίζονταν απο τον ήλιο του απογεύματος. Δυο ζέβρες έμειναν πιο πίσω. Τις περιτριγύρισαν λιοντάρια και δεν άργησαν να τους επιτεθούν. Τα ουρλιαχτά τους με έκαναν να κατατρομάξω και έμεινα κρυμμένος μέσα στις πυκνές καλαμιές. Δεν κουνήθηκα καθόλου. Ο θάνατος παραμονεύει το ίδιο κι εδώ, σκέφτηκα.

Πίσω στην Ευρώπη και μερικά χρόνια πιο πριν όταν ήμουν σύμβολο για τον ηρωισμό μου, θα είχα μπει στη μέση, θα είχα πατάξει το έγκλημα με κίνδυνο της ζωής μου και θα είχα σώσει τον ανίσχυρο. Θα είχα τιμωρήσει τον δυνατό. Θα είχα δώσει το παράδειγμα που πρέπει να ακολουθεί ο κάθε πολίτης, να επαναστατεί απέναντι στην αδικία. Όμως εδώ το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με κράτησε κοκκαλωμένο στο ίδιο σημείο να βλέπω τα δόντια των λεόντων να ξεσκίζουν τα κουφάρια απο τις ζέβρες.

Σύντομα συνήθισα αυτά τα περιστατικά σαν φυσιολογικά συμβάντα της καθημερινότητας. Περήφανες αντιλόπες, λεοπαρδάλεις, πυγμαίες χήνες, ύαινες τη μια στιγμή στέκονταν καμαρωτές την άλλη γίνονταν γεύμα κάποιου δυνατότερου ζώου. Και δε μπορούσα να κάνω τίποτα για όλους αυτούς. Κοίταγα μόνο να σώζω το τομάρι μου. Κάποτε είχα ορμήξει σε μια συμμορία απο 20 άντρες οπλισμένους με ημιαυτόματα που απειλούσαν αθώους πολίτες. Τους αφόπλισα όλους πριν προλάβει κανεις να πατήσει τη σκανδάλη του. Ήμουν σύμβολο τότε, όμως με τον καιρό καταλάβαινα πως το τρανό μου παράδειγμα έμενε στη θεωρία. Δεν ενέπνεα κανέναν, αποτελούσα μόνο ένα φαινόμενο της εποχής. Και καθώς ο υπερήρωας δρα κυρίως με την ψυχολογία, με την εμπιστοσύνη που ξέρεις πως έχει απο την κοινωνία παρά με τις δυνάμεις του, άρχιζα να γίνομαι πιο αργός, πιο επιρρεπής στο λάθος. Λιγότερο ικανός.


Γιαυτό βρέθηκα εδώ στο δέλτα του Οκαβάνγκο οπου τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Παρατηρούσα έναν ελέφαντα να χτυπάει τα φοινικόδεντρα για να φάει τους καρπούς του όταν άκουσα ένα βουητό. Σύντομα πλησιασε ένα μηχανοκίνητο κανό και στην αρχή νόμισα πως ήταν τουρίστες που θα βγάζαν φωτογραφίες για να έχουν να δείχνουν στους συναδέλφους στη δουλειά. Τότε έπεσε μια τουφεκιά. Τα ζώα πανικοβλήθηκαν. Εγώ ενστικτωδώς χώθηκα μέσα στο νερό με μόνο τα ρουθούνια μου απο έξω. Το δέρμα μου άρχισε να εκκρίνει ιδρώτα αίματος. Κολύμπησα έτσι κάτω απο το νερό όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Απομακρύνθηκα. Ξέφυγα.

Μετά όλα ήταν πιο ήσυχα. Κάτι κροκόδειλοι λίγο πιο πέρα έδειχναν πεινασμένοι όμως κρατούσαν στάση αναμονής. Ένιωθαν κι αυτοί το ίδιο απειλημένοι όσο εγώ. Ήμουν ήδη αρκετές μέρες μακριά απο τον πολιτισμένο τεχνοκρατικό κόσμο. Υποτίθεται πως θα έπρεπε η ψυχή μου να είναι ήρεμη μέσα στη φύση. Κι όμως δεν ήταν. Μου έλειπε ο παλιός εαυτός μου. Και τότε το πήρα απόφαση πως θα πρέπει να συμβιβαστώ και κάπως έτσι πορεύομαι όλα τα χρόνια απο τότε. Δεν ήμουν πια ήρωας. Αλλά δε θα ξεπεράσω και ποτέ το γεγονός οτι κάποτε υπήρξα. Σιωπηλά θα θυμάμαι τα παλιά χωρίς να καυχιέμαι. Μελαγχολικά θα παραδέχομαι την αδυναμία μου να υπερασπιστώ οποιονδήποτε παρά μόνο το τομάρι μου στην άγρια αυτή ζούγκλα. Και όταν θα πλησιάζει κάποιο καραβάκι με τουρίστες, θα ορθώνω το ανάστημα μου και θα χαμογελάω για να τους προσφέρω μια καλή φωτογραφία. Και θα ελπίζω κάποιος απο αυτούς να μου ξανατραγουδήσει εκείνο το τραγούδι της απομυθοποίησης μου που έμαθα πως έβγαλαν πίσω στην Ευρώπη μετά την ξαφνική εξαφάνιση μου.





Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ


Οι μέρες σου περάσανε χωρίς επιστροφή
Άνθρωπε - Ιπποπόταμε
το έγκλημα διαφεύγει στη στροφή
Άνθρωπε - Ιπποπόταμε
τα χρώματα σου ξεθωριάζουν
οι μικροί αντιήρωες σε τρομάζουν.

Και βαφτίζεσαι πάλι από την αρχή
να αρχίσεις μια καινούργια ζωή
γίνεσαι ιπποπόταμος κοινός
ο ηρωισμός σου ο παλιός
κι η μάσκα του τιμωρού στο συρτάρι
κι εσύ είσαι ο στόχος των φλας στο σαφάρι.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2008

0/4 - Ο πόνος μεταφέρεται

Ο αέρας τον χτυπούσε ανελέητα στα μούτρα κι όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για να τον βοηθήσει να ξεκαθαρίσει το χάος των σκέψεων που περιστρέφονταν μέσα στο μυαλό του. Έπρεπε να αποφασίσει γρήγορα. Η δύνη του ανέμου δεν έλεγε να συμπαρασύρει τον πανικό του. Έστρεψε το κεφάλι του πάλι μέσα στο στρατιωτικό αεροπλάνο. Ήταν γεμάτο καπνούς που όλο πύκνωναν κι ανάμεσα τους ίσα που ξεχώριζαν πρόσωπα με έκδηλη έκφραση αγωνίας που περίμεναν αυτόν να πάρει την κρίσιμη απόφαση. Εγκαταλείπω τον κίνδυνο για μεγαλύτερο κίνδυνο μουρμούρησε. Κι ύστερα ο Φώντας έδωσε τη διαταγή. Δέστε το βρέφος στο αλεξίπτωτο. Η αθώωση είναι το κυκλικό βάλσαμο που..


Πετάχτηκε απο τον ύπνο του και κοίταξε τριγύρω. Κανένα αεροπλάνο, κανένα βρέφος σε κίνδυνο. Τα φοβόταν ο Φώντας τα βρέφη, έτσι ευαίσθητα και αβοήθητα που περιμένουν τους άλλους να τα καθοδηγήσουν στη ζωή. Ίσως γιαυτό είδε πως δένει ένα απο αυτά σε αλεξίπτωτο, εκτίμησε ο Φώντας κάνοντας έτσι μια πρόχειρη αυτο-ονειρο-κριτική. Άλλοι βλέπουν φίδια, άλλοι οτι σκοντάφτουν και πέφτουν καθώς τρέχουν. Αυτοί μάλλον φοβούνται την πτώση, την αποκαθήλωση. Τα όνειρα περιλαμβάνουν τους υποσυνείδητους φόβους μας. Σε αυτή την περίπτωση ο Φώντας φοβόταν τη φροντίδα των νεογέννητων.
Ή μήπως την λήψη αποφάσεων?

Καθώς άρχισε να συνηθίζει το σκοτάδι, άρχισε να επεξεργάζεται το χώρο γύρω του και να καταλαβαίνει που βρίσκεται. Μα φυσικά.. Όλη η παλιοπαρέα μαζεμένη. Ο Μπεν ο αρουραίος, ο Οράτιος κι ο αλλαντοπώλης. Κοιμόνταν όλοι σαν τα μοσχάρια. Συνοπτικά η εικόνα περιέγραφε τη λειτουργία της ομάδας. Οι άλλοι κοιμούνται κι αυτός έχει τα μάτια του ανοιχτά. Εχει και εφιάλτες όμως, αυτό ίσως είναι το τίμημα.

Η απόφαση να κοιμούνται όλοι στον ίδιο χώρο ήταν δική του και την υπερασπιζόταν με επιμονή, όμως κάθε που βράδιαζε τη μετάνιωνε. Είπαμε, συμμορία, όλοι για έναν κλπ κλπ, αλλά είχε αρχίσει να τον κουράζει το κοινόβιο. Ο αλλαντοπώλης στριφογυρνούσε και αεριζόταν, ο Μπεν όλο έκανε ένα εκνευριστικό ήχο καθώς έγλυφε τα ούλα του κι ο Οράτιος, εντάξει ο Οράτιος δεν έκανε κάτι ενοχλητικό απλά είχε ένα ηλίθιο χαμόγελο όλη την ώρα που κοιμόταν.

Αυτό το βράδυ τους είχε βρει στη δυτική πελοππόνησο. Ακολουθούσαν τη γνωστή συνταγή. Μια διανυκτέρευση, μεσαίας κατηγορίας ξενοδοχείο, τετράκλινο δωμάτιο, λίγες εμφανίσεις στην πόλη. Η εικόνα τριών ανδρών κι ενός αρουραίου που βγαίνουν από ένα βαν-ψυγείο και μπαίνουν σε ένα δωμάτιο όλοι μαζί ήταν ολίγον ιδιαίτερη γιαυτό και έπρεπε να τους δουν ελάχιστα άτομα κατά τη διαμονή τους.

Το πρωί θα συναντούσαν τη γυναίκα του συνταγματάρχη Μπόσικου, σημαντικού στελέχους της κίνησης ΣΠΙΘΑ. Θα κρατούσε στα χέρια της μια βαλίτσα με χαρτονομίσματα. Κανείς δε χρειαζόταν να πάθει τίποτα, μόνο μερικά χρήματα θα άλλαζαν χέρια, ένα μυστικό μιας ομάδας στρατιωτικών θα παρέμενε μυστικό και όλα θα συνεχίζονταν φυσιολογικά. Ο συνταγματάρχης όταν δέχτηκε το τηλεφώνημα δε σοκαρίστηκε που κάποιοι γνωρίζουν για τη δράση της ομάδας ΣΠΙΘΑ και απαιτούν ανταλλάγματα. Και δε δίστασε καθόλου να συμφωνήσει σα να περίμενε ήδη το τηλεφώνημα. Γιαυτό και ο Φώντας απαίτησε να παραδώσει τα χρήματα η γυναίκα του συνταγματάρχη. Αυτή η εξέλιξη τον έκανε να κομπιάζει και να μπερδεύει τα λόγια του. Δε θα σκόπευε να βάλει την οικογένεια του σε κίνδυνο, όταν μάλιστα είχε ακουστά πως οι εκβιαστές είναι αδίστακτοι.

Ο Φώντας έφερε στα χέρια του τη φωτογραφία του συνταγματάρχη. Όπως όλες οι φωτογραφίες στρατιωτικών που είχαν στη διάθεση τους είχαν τραβηχτεί στην κηδεία του στρατηγού. Ήταν η μοναδική φορά που όλα τα μεγάλα στελέχη της κίνησης σπίθα βρέθηκαν στον ίδιο χώρο. Ξεφύλισσε πρόχειρα όλες τις φωτογραφίες. Ο υπολοχαγός. Ο αντισυνταγματάρχης. Μερικοί υπολοχαγοί, νέοι και χαμηλόβαθμοι όμως μεγάλα μυαλά και οργανωτές της κίνησης. Λοχαγοί και ταγματάρχες, στολές με αστέρια, φωτιές και παράσημα. Η κόρη του στρατηγού..

Η κόρη του στρατηγού. Μπήκε καταλάθος στο πλάνο μιας φωτογραφίας απο στρατιωτικούς. Η ζωή της διαταράχτηκε καταλάθος μπαίνοντας στο πλάνο της απαγωγής απο μια συμμορία. Η φωτογραφία είχε αποτυπώσει ένα σπασμό στο πρόσωπο της, ένα βουβό λυγμό. Καθιστή σε μια καρέκλα στο βάθος του καρέ με το κεφάλι μισοσκυφτό, τα χέρια σταυρωμένα αμήχανα και τα γόνατα ενωμένα. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα και ήταν λεπτή. Όχι ιδιαίτερα όμορφη, αλλά εξέπεμπε μέσα στο πένθος της μια γοητευτική αθωότητα. Θλιμένη σαν κόρη ενός μακαρίτη. Ο Φώντας συγκλονίστηκε. Δεν είχε δώσει σημασία σε τίποτα άλλο εκείνη τη μέρα εκτός απο ονόματα στρατιωτικών και το ταίριασμα τους με μια φωτογραφία. Έβλεπε μόνο στολές και άκουγε μόνο συζητήσεις για τη ΣΠΙΘΑ. Είχε αγνοήσει πως κάποιοι άνθρωποι πενθούσαν για τον πατέρα, το σύζυγο τους. Ξεφύλλισε βιαστικά και τις υπόλοιπες φωτογραφίες. Να, η κόρη του στρατηγού και σε μια άλλη. Σε αυτή έχει αγκαλιάσει μια άλλη γυναίκα της οποιας φαίνεται μόνο η πλάτη. Την παρηγορεί. Ήταν αρκετά δυνατή ώστε σε τέτοια στιγμή να δίνει κουράγιο σε άλλους. Κομψή και σπαρακτικά ανέκφραστη. Όρθια ενώ ο κόσμος την έχει κλονίσει απο την γαλήνη των βεβαιοτήτων της.

"Κλαις αφεντικό?"
Ρώτησε ο μπεν που είχε ξυπνήσει, ποιος ξέρει πόση ώρα και είχε δει τον Φώντα να κοιτάει τις φωτογραφίες.

"Μπεν, γιατί δε βγάζουμε αρκετές φωτογραφίες στις κηδείες?"

"Αρχηγέ μου τι εννοείς δε βγάλαμε αρκετές? Απο 4 φίλμ ο καθένας αδειάσαμε στην κηδεία του στρατηγου, πόσο παραπάνω ήθελες?"

"Αστο ρε Μπεν. Κοιμήσου και τα λέμε το πρωι."


Γιατί δε βγάζουμε αρκετές φωτογραφίες στις κηδείες? Αναρωτήθηκε μόνος του αυτή τη φορά ο Φώντας. Γιατί δεν αποτυπώνουμε τη θλίψη μας όπως κρατάμε ζωντανή τη χαρά μας? Γιατί μας αρέσουν οι εικόνες μας που γελάμε κι όχι αυτές οπου κλαίμε? Γιατί φωτογραφίζουμε τη γέννηση, τη βάφτιση, τα γενέθλια, γιατί πληρώνουμε ολόκληρα πανάκριβα άλμπουμ, γιατί σε κάθε σπίτι υπάρχει μια φωτογραφία γάμου και όχι κηδείας?

Γιατί θέλουμε να ξεχάσουμε? Γιατί να μην είναι εκεί ο φωτογράφος την ώρα του μεγαλύτερου πένθους μας να μας κρατήσει μια υπενθύμιση του πόνου. Γιατί αγνοούμε το θάνατο σα να μην είναι τριγύρω μας? Είμαστε το χαμόγελο και το λαμπερό βλέμμα μας όσο είμαστε και τα κόκκαλα μας ή η τελευταία μας ανάσα.


Ο Φώντας έγειρε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια του. Σκέφτηκε τη συναλλαγή της επόμενης ημέρας. Θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί, να μην πληγώσουν κι άλλη οικογένεια. Στην ανάγκη, για πρώτη φορά, να εγκαταλείψουν και το σχέδιο ακόμα. Αποκοιμήθηκε αμέσως. Χωρίς όνειρα. Χωρίς εφιάλτες.

Μόλις άνοιξε τα μάτια του είχε ξημερώσει και μια έκπληξη τον περίμενε. Ο αλλαντοπώλης είχε εξαφανιστεί.

Τρίτη, Αυγούστου 26, 2008

Το άκομψο φινάλε των καλοκαιρινών μεταγραφών

Όταν η αναμενόμενη άφιξη του Ντιόγο γίνεται πολυήμερο σίριαλ και η αθλητική ενημέρωση γίνεται εμμονή, υπάρχουν κάποιοι που θα αντιδράσουν..

Πέμπτη, Ιουλίου 31, 2008

Πώς εκδικήθηκα το Ρώσο τουρίστα

Λοιπον, ο ρώσος τουρίστας επρόκειτο να πληρώσει συσσωρευτικά για όλην την οργή που είχα για τους Ρώσους τον τελευταίο καιρό. Είχα εξαρχής υποπτευθεί πως ο δολοφόνος του Σεργιανόπουλου ήτανε Ρώσος, προέκυπτε δηλαδή από την ανάλυση που είχα κάνει στα στοιχεία που βγαίνανε από το ρεπορτάζ, ήταν προφανές. Η κατάληξη της υπόθεσης δε με διέψευσε. Εντάξει, ήταν Γεωργιανός so what, ιτς ολ δε σέημ του μι ναουμ.

Τσάμπα βλέπω τόσο καιρό CSI, στα ίχνη του εγκλήματος και τα σχετικά? Έχω εκπαιδευτεί να διαβάζω το έγκλημα καλύτερα απ τον οποιονδήποτε. Τώρα που είπα CSI, θα καταγγείλω την στεγνή αντιγραφή/καταφανή περίπτωση κλοπής του AVPD κοινώς "Ανω Βυζίκι Police Department" από τη νέα σειρά του Mega Λ.Α.P.D (Λεκανοπέδιο Αττικής Police Department) με Ιεροκλή Μιχαηλίδη

Δηλαδή ποιο είναι το επόμενο βήμα?
Ευ ζην για παράφρονες με Παρτσαλάκη?
Θεατρική παράσταση Ήσυχες μέρες στο κλισέ με Κιμούλη, Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, Τσιβιλίκα και αυτό το νάνο που παίζει με το Σεφερλή?
Ο Χάρης Ρώμας στο ρόλο του Οράτιου?
Κουφέτα με κατσαρίδες ως νέο trend στους γάμους?

Εν πάσει περιπτώσει θα τους τη χαρίσουμε αυτή τη φορά στο mega, μόνο και μόνο επειδή δεν είναι Ρώσοι. Αν όμως κάποιος Ρώσος τολμήσει και ακουμπήσει την πνευματική μας ιδιοκτησία ουέ κι αλίμονο του.

Στο θέμα μας.
Αφού είχα ατιμαστεί όταν κατανάλωσα την ζωοτροφή πέφτοντας ντροπιαστικά στην επιδέξια παγίδα που μου έστησε ο τουρίστας σε μία στιγμή που με βρήκε μπόσικο και με ξεγέλασε, ζητούσα την εκδίκηση μου. Το έγκλημα θα γνωρίζεις πως έχει και τιμωρία αγαπητέ διάδοχε του Ρασκόλνικοφ. Σκέφτηκα ποια ήταν τα πιθανά επόμενα βήματα του μυστηριώδους δράστη.

-Μεθοκόπημα με τσίπουρο και βότκα
-Πιθανός βασανισμός και/ή ακρωτηριασμός σκύλου
-Διαγωνισμός σεξουαλικών οργίων σε παραλία
-Ξύλο στους βάζελους σε συναυλία Χατζηγιάννη
-Αγορά γούνας.

Την έστησα έξω από ένα κατάστημα που πουλούσε γούνες. Τι διάολο, γιατί οι Ρώσοι αγοράζουν γούνες από την ελλάδα? Δεν έχει στη χώρα τους? Είναι πιο φτηνά εδώ? Ας μου λύσει κάποιος την απορία! Κατέφθαναν σαν υπνωτισμένοι σε δεκάδες και αγόραζαν γουναρικά παζαρεύοντας προς τα πάνω (Πόσο έχει? εκατο, σου δίνω διακόσα και κράτα και τα ρέστα).

Την έστησα εκεί έξω και περίμενα διακριτικά στη μέση του δρόμου ινκόγκνιτο – δηλαδή πάνω σε ξυλοποδαρα ενάμιση μέτρο, βαμένος στα χρώματα μπρεήβχαρντ και κρατώντας 6 ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα σφαγμένα προ μηνός ( πάντα φροντίζω να έχω μερικά στο υπόγειο γιατί μπορεί να χρειαστούν σε τέτοιες περιστάσεις ).
Μόλις ο Ρώσος θα εμφανιζόταν και θα διάλεγε τη γούνα που θα τον κράταγε ζεστό τον προσεχή παγωμένο χειμώνα, θα έμπαινα εγώ, θα επαινούσα τη γούνα του και θα ζητούσα να την δω λιγάκι και χωρίς να το καταλάβει θα του έτριβα τα κοτόπουλα στο εσωτερικό της γούνας. Είναι γνωστό ότι η σαλμονέλλωση έλκεται σε μεγάλες συγκεντρώσεις από το απαλό τρίχωμα της γούνας καστοριάς. Καστοριάς, όχι κάστορα. Ο Ρώσος θα φόραγε τη γούνα, θα τον τύλιγε ολούθε η σαλμονέλλα και θα γνώριζε αργό και επίπονο θάνατο με εξανθήματα, εκρήξεις στο έντερο και οριζοντίωση.

Τελικά όμως και για να μην τα πολυλογώ δεν έδειξα την απαραίτητη αυτοσυγκράτηση.
Με το που τον είδα του επιτέθηκα και τον έσφαξα στο γόνατο μπροστά στο έκπληκτο πλήθος που μούδιασε αρχικά, αλλά με χειροκρότησε και με σήκωσε στα χέρια στη συνέχεια. Αυτή ηταν η ιστορία. Στην αστυνομία είπαμε πως έπαθε καρδιακό επεισόδιο από το πολύ αλκοόλ. Ένας μάρτυρας (μπατζανάκι μου) ειπε πως η τρύπα ήταν από το τσίπουρο που του τρύπησε το λαρύγγι και ανάβλυζε σαν τα πορφυρά συντριβάνια που συναντά κανεις στο Κάιρο και η υπόθεση έκλεισε.

Κλείνοντας να τονίσω πως η ζωοτροφή γάτας δεν ήταν καθόλου άσχημη, θα τη δοκίμαζα δηλαδή ξανά σε οποιαδήποτε ευκαιρία και θα σας την πρότεινα σαν ιδανικό εναλλακτικό μεζέ για αγώνες τσάμπιονς λιγκ. Δε με πείραξε δηλαδή αυτό. Η εξαπάτηση με ενόχλησε. Τέλος πάντων. Καλή καρδια. Ότι έγινε έγινε.

Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008

Πως με εξαπάτησε ο Ρώσος τουρίστας

Το χρονικό εν τάχει.

Ανέβαινα μια απότομη ανηφόρα με πολλά σκαλοπάτια φεύγοντας από την παραλία. Είχα την εξαιρετικά ατυχή ιδέα να ξεπλύνω τα πόδια μου από την άμμο στο ντους (που ηταν περιτριγυρισμενο από γαμημένες σφίγγες) κι έτσι γλυστρούσα μέσα στις σαγιονάρες, έφευγε αλλού γι αλλού η διχάλα, πατούσα χώμα και χαλίκι και ξεφυσούσα ασθμαίνοντας κάτω απ' τον καυτό ήλιο.

Τελειώνοντας το χωματόδρομο παύλα γολγοθά παύλα power plate extra παύλα σχεδόν βέβαιο καρδιακό επεισόδιο, έφτασα στον κεντρικό δρόμο και προσπάθησα να πάρω ανάσα και να θυμηθώ πού έχω παρκάρει, αν θα καίει πολύ το τιμόνι, αν έχω βάλει ηλιοπροστασία και υπολόγισα με μερικές πρόχειρες εξισώσεις και αλγόριθμους το χρόνο (σε λεπτά) που θα χρειαστεί να δράσει το air condition αν το ανοίξω στην κλίμακα 2, στην 3 ή στην 4. Ξάφνου ξεπροβάλει μπρος μου μια παρέα από τουρίστες, ένας από τους οποίους μου γελάει και μου μιλάει σα να με γνώριζε κι από χτες.

Καθώς έρχεται προς το μέρος μου ανοίγει ταυτόχρονα ένα σακουλάκι που κρατάει στα χέρια του.

Να σε κεράσω? Μου λέει με άθλια προφορά αγγλικών, κι εγώ στην προσπάθεια μου να το παίξω άνετος σε φάση δεν-κουράστηκα-παρότι-ανέβηκα-ανηφόρα-600-μέτρων αλλά και ταυτόχρονα νιώθωντας αίσθημα ευθύνης που εκπροσωπώ τους απανταχού έλληνες και οφείλοντας να δειξω greek hospitality, χαμογέλασα και έχωσα το χέρι μου στο σακουλάκι.

Αυτό που άρπαξα και οδήγησα απευθείας στο στόμα μου, με ελάχιστη στάση σε σημείο που θα μπορούσε να το επεξεργαστεί το βλέμμα μου, ήταν κάτι σαν στραγάλια αλλά και όχι ακριβώς, πιο πολύ σα μικρά μπισκοτάκια, αλλά και πάλι δε ξέρω, πιθανό να ήταν, ναι ναι, μάλλον ήταν κάποιο είδος ξηρού καρπού ψημένο κι επεξεργασμένο.

Δεν ηταν κι άσχημο. Αλμυρό όσο έπρεπε για να ισορροπήσει την κατάσταση μετά το θαλασσινό μπάνιο.

Τον ρώτησα από πού είναι το έδεσμα. Πίστευα ότι θα μου πει πως είναι κάποιο σπάνιο είδος από την πατρίδα του κι έτσι θα ξεκινούσε μια συζήτηση για τις διαφορές στις διατροφικές συνήθειες των ατόμων 20-30 ετών μεταξύ Βαλκανίων και Ανατολικού Καυκάσου. Απάντησε πως το πήρε από το σούπερ μάρκετ. 100 μέτρα πιο κάτω. Τι απογοήτευση! Με κέρασε στραγάλια από το σουπερ μάρκετ. Ρίξαμε δυο διαδικαστικά χαμόγελα και τον έστειλα στην ευχή της παναγίας ευχαριστώντας τον κι ευχόμενος του καλές διακοπές στη μαγευτική ελλάδα.

Ελπίζω να προσέξατε τη μαλακία που είπα πιο πάνω. Αυτό με το αλμυρό στραγάλι και το θαλασσινό μπάνιο. Είναι άτοπο. Αν όχι είστε εξίσου καμένοι με εμένα. Ίσως και παραπάνω.

Η εξαπάτησις

Φεύγοντας έπιασα με την άκρη του ματιού μου χαχανητά και give me five μεταξύ των τουριστών. Δεν είχαν περάσει μερικά λεπτά απ’ όταν άρχισα να το υποψιάζομαι. Έπρεπε να βεβαιωθώ. Αλλά κι από την άλλη δεν ήθελα να βεβαιωθώ. Να παραδεχτώ πως έγινα τόσο ρεζίλι.

Τελικά δεν άντεξα την αγωνία. Κατέβηκα το ίδιο απόγευμα στο σούπερ μάρκετ κι έφερα 2-3 βόλτες στους διαδρόμους μέχρι να αντικρύσω το σακουλάκι. Δεν περιλάμβανε στραγάλια.

Ήταν τροφή γάτας.

Τι συνέβη δηλαδή πραγματικά

Ο Ρώσος Τουρίστας αγόρασε την ζωοτροφή με την εξοργιστική ομοιότητα με τα στραγάλια από το σούπερ μάρκετ βάζοντας στοίχημα με τους φίλους του πως θα ταΐσει κάποιον έλληνα πριν περάσουν 5 λεπτά. Εγώ την ώρα που ανέβαινα την ανηφόρα ήμουν το ιδανικό θύμα στο λάθος τόπο, τη λάθος (?) στιγμή.

Την πάτησα σαν αρχάριος.

Τους φανταζόμουν ιδρωμένους με κατακόκκινα μάγουλα στο ενοικιαζόμενο δωμάτιο τους, όπου θα είχαν κρεμάσει ήδη αφίσες dima bilan και pavlyuchenko να πίνουν βότκα φορώντας τραγιάσκες και να γελάνε με τον αφελή έλληνα δείχνοντας τα χαλασμένα μπροστινά δόντια τους . Μέσα μου σιγόβραζε το μίσος για την ρώσσικη ράτσα. Κάποιος έπρεπε να τους δώσει ένα μάθημα. Επειδή πληρώνουν 130 ευρώ το ημιυπόγειο χωρίς κλιματισμό, δε σημαίνει οτι θα μας καβαλήσουν κιόλας.

Η εκδίκηση

Προσεχώς..

Τρίτη, Ιουλίου 15, 2008

0/4 - Ξύλο στο γαμπρό

«Τούτος είναι ρε?»

«Όχι»

«Τι όχι ρε, αυτός είναι ο γαμπρός, αφού φοράει κουστούμι και έχει δίπλα και μια νύφη και τους πετάνε όλοι ρύζια. Φύγαμε όπως είμαστε να τον δείρουμε, αρπάζω εγώ αυτό το μαδέρι και θα του το φέρω στο κεφάλι του παλιοπ…»

«Μπεν, συγκρατήσου! Όταν λέγαμε να δείρουμε το γαμπρό, εννοούσαμε το γαμπρό του μάγειρα! Δηλαδή αυτόν που παντρεύτηκε την αδερφή του, όχι άιντε άιντε ένα γαμπρό που βρήκαμε στην εκκλησία..»

«Σωστά μωρέ. Άλλωστε αφού είναι παντρεμένος με την αδερφή του μάγειρα, τι δουλειά είχε να παντρεύεται άλλη νύφη τώρα? Πωπω τι σκεφτόμουν? Θα την έτρωγε στην κεφάλα άδικα ο φουκαράς. ..

Και δε μου λες ρε Οράτιε αγόρι μου. Κι εμείς δηλαδή για θύμισε μου, τι δουλειά έχουμε τώρα στην εκκλησία?»

«ρε μαλάκα μπεν! Τι σκατά έκανες όταν μας τα ‘λεγε ο Φώντας? Μετά από αυτό το γάμο που γίνεται τώρα, ο δικός μας βαφτίζει την κόρη του. Δηλαδή την ανιψιά του μάγειρα. Ε, εμείς θα φροντίσουμε να πάρει ένα καλό μήνυμα σχετικά με το μαγαζί.»

«έννοια σου και θα το πάρει το μήνυμα για τα καλά. Δεν ήξερε που έμπλεκε όταν έπαιρνε το μαγαζάκι του φίλου μας. Τώρα θα δει πως είναι η εκδίκηση. Θα του κάνω τα μούτρα κρέας του παλιοπ…»

«ΜΠΕΝ! Προς θεού. Δε συμφωνήσαμε ΟΧΙ στο πρόσωπο? Μόνο στο σώμα ρίχνε»

«ρε συ ορατιε, για να σου πω λιγάκι. Τώρα μη με βρίσεις αλλά μπορείς να μου δείξεις λίγο πάλι το σχεδιάγραμμα γιατί ούτε που θυμάμαι τι πρέπει να κάνουμε και αγχώνομαι ..»

«μπεν, με κούρασες και βλέπω το γαμπρό να έρχεται. Πάρτο και κάνε ότι νομίζεις, εγώ έφυγα»



Ο Οράτιος ξεπρόβαλε βιαστικά πίσω από τους θάμνους και πήρε το δρομάκι πίσω από την εκκλησία ανεβαίνοντας τρία τρία τα σκαλιά. Φορούσε ένα μαύρο κουστούμι κι είχε ένα ροζ μαντήλι στο πέτο και παρότι το φρεσκοξυρισμένο κεφάλι του ήταν αταίριαστο με το προσεγμένο του ντύσιμο, ήταν αξιοπρεπέστατος και αρκετά εμφανίσιμος. Πρόλαβε τον γαμπρό την ώρα που έμπαινε στην εκκλησία.

«Καλημέρα σας κύριε Μπιστωτή, να σας ζήσει η κορούλα, συγχαρητήρια» είπε με ένα πλατύ χαμόγελο αρπάζοντας το χέρι του άναυδου πατέρα που ήταν ήδη τόσο αγχωμένος να είναι όλα σωστά στη βάφτιση της κόρης του που δεν κατάλαβε πως ο καραφλός νεαρός που του έσφιγγε το χέρι, του ήταν άγνωστος.

«Ακολουθήστε με παρακαλώ, υπάρχει ένα θέμα με τις μπομπονιέρες και χρειαζόμαστε την συγκατάθεση σας»

«Τι θέμα? – μισό λεπτό να μιλήσετε με τη γυναίκα μου που τα κανόνισε, γιατί εγώ πρέπει να είμαι μέσα στην εκκλησία» είπε ψάχνοντας στο χώρο να βρει τη σύζυγο

«Όχι δε θα χρειαστεί, ελάτε μια απλή επιβεβαίωση θέλουμε δε θα αργήσετε καθόλου» επέμεινε ο Οράτιος σχεδόν τραβώντας τον γαμπρό προς το δωμάτιο της νεοκόρισσας.

«Ελάτε, μισό λεπτό μόνο θα κάνουμε, από δω» είπε δείχνοντας προς την πόρτα. Ο γαμπρός προχώρησε επιφυλακτικά και είδε στο βάθος του δωματίου πάνω σε ένα τραπέζι στοιβαγμένες τις μπομπονιέρες. Μπήκε λίγο σκυφτός από τη χαμηλή πορτίτσα και δεν είχε κάνει δυο βήματα όταν κάποιος τον χτύπησε δυνατά στην πλάτη με ένα ξύλο. Η πόρτα πίσω του έκλεισε και έφαγε της χρονιάς του.

Τρία άτομα τον πετάξανε κάτω και του ρίχνανε κλωτσιές στην κοιλιά, μπουνιές στο στήθος και στην πλάτη, καρεκλιές στο νεφρί, ξυλιές στο συκώτι και στα μπούτια. Όταν σταμάτησαν για μισό λεπτό κατάφερε να δει ότι δεν ήταν ακριβώς τρεις άντρες, αλλά δύο άντρες κι ένας αρουραίος ο οποίος πλησίαζε απειλητικά με ένα εικόνισμα του Αη Γιώργη καβάλα στ’ άλογο το οποίο και το προσγείωσε στο κεφάλι του.

«Όχι στο κεφάλι είπαμε ρε, όχι στο κεφάλι» τους έκανε πέρα ο πιο ψηλός που φαινόταν να είναι ο αρχηγός.

«Εσύ πήγαινε έξω και ειδοποίησε με όταν έχουμε παραλαβές, εσύ Μπεν κάτσε εδώ» έδωσε εντολές ο Φώντας και ύστερα πήρε την καρέκλα και την έστησε μπροστά του ανάποδα όπως στις ταινίες για να ανακρίνει τον γαμπρό του αλλαντοπώλη που σερνόταν στο πάτωμα ξυλοκοπημένος

«Πως πάνε οι δουλειές βαγγελάκι? Καλά ?»

«ποιος είσαι»

«το μαγαζί καλά πάει, πουλάμε πουλάμε? Έχουμε κέρδη?»

«τι θέλετε ρε, με το μαγαζί έχει να κάνει?»

«βαφτίζεις την κορούλα σου έμαθα έ? Όμορφη είναι? Θες να την ξαναδείς?»


ο γαμπρός άρχισε να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Δεν μπορούσε να διανοηθεί όμως που το πήγαιναν και τι ζητούσαν από αυτόν

«τι θέλετε»

«θέλουμε το μαγαζί. Θα επιστρέψεις το μαγαζί»

«τι να επιστρέψω ρε? Το μαγαζί μου?»

«πως το πήρες το μαγαζί?»


«τι πως το πήρα ρε, με τα λεφτά μου το πήρα τι θέλετε»

Η πόρτα χτύπησε συνθηματικά και ξαναμπήκε ο Οράτιος. «ήρθαν οι πραγματικες μπομπονιέρες και τις φορτώσαμε στο φορτηγάκι»

«Μπράβο μικρέ, περίμενε και τα υπόλοιπα». Ο Φώντας γύρισε προς τις μπομπονιέρες και άνοιξε μια ξετυλίγοντας την κορδέλα
«Μπέν, θες να δοκιμάσεις ένα κουφετάκι»
«όχι ευχαριστώ δεν τρώγω το αμύγδαλο, μου χώνεται μέσα στην κουφάλα και δε βγαίνει μετά.»

«Κύριε Μπιστωτή μας, να σας κεράσω ένα από τα κουφετάκια που διαλέξαμε για σας?» Ο Φώντας έσπασε με τα χέρια του το κουφέτο κι από μέσα άρχισε να κουνιέται μια κατάμαυρη κατσαρίδα η οποία έπεσε ζαλισμένη, αλλά ζωντανή ακόμα στο πάτωμα.

«Οι καλεσμένοι θα ξετρελαθούν, έχετε προσέξει πως οι σημερινές κατσαρίδες πετάνε κιόλας ε, έχουν εξελιχθεί. Και τι τραγανιστό ήχο έχουν, τι απόλαυση καθώς θα τις μασάνε.»

«τι είναι αυτά τα πράγματα, δε θα τα ανεβάσετε στη βάφτιση μου, έτσι?»

«σας έχουμε ετοιμάσει πολλές όμορφες εκπλήξεις. Κρίμα που δε θα είστε στη βάφτιση να τις δείτε. Κρίμα που δε θα έχετε και φωτογράφο να απαθανατίσει τις στιγμές. Τον διώξαμε πριν λίγο»

«τον διώξατε? Τον είχα πληρώσει 3,000 ευρώ για ψηφιακό άλμπουμ!!»

«μην σε ανησυχούν τα έξοδα βαγγελάκι, έχεις σημαντικότερα πράγματα να ανησυχείς.. το μαγαζί που θα μας δώσεις για παράδειγμα και το αν θα ξαναδείς την κορούλα σου.»

Ο Μπεν με ένα γνέψιμο του Φώντα κατάλαβε πως ήρθε η ώρα για την ατάκα του:
«αφεντικό δεν του ρίχνουμε μια δεύτερη γύρα να του τα πει μετά κι ο ίδιος?»

«ποιος είναι ο ίδιος» πετάχτηκε ο γαμπρός. Αυτό τον ανησύχησε τρομάρα του. Ο δεύτερος γύρος ξύλου δεν τον άγχωσε.
Οι κλωτσιές που πέσανε δεν είχανε προηγούμενο, με προσοχή όμως να μην πέσουν στο κεφάλι – ήταν σαφής η εντολή το πρόσωπο να παραμείνει άθικτο, ήταν σημαντικό αν αποφάσιζε ο γαμπρός να δώσει το μαγαζί, να μην καταλάβει κανείς ότι έφαγε και ξύλο για να ενδώσει.

Η στιγμή που σταματάς να τρως το ξύλο παίζει να είναι και χειρότερη από το ίδιο το ξύλο. Όταν το τρως έχεις ας πούμε την ανησυχία πού θα πέσει η επόμενη. Σου ρίχνουν στο κεφάλι και λες κάτσε να σφίξω το στομάχι τώρα και όταν την τρως τελικά εκεί, νιώθεις μια μικρή επιβεβαίωση που μάντεψες σωστά. Μετά το ξύλο όμως, αρχίζουν όλα σου τα όργανα και διαμαρτύρονται, ο πόνος πολλαπλασιάζεται.

Όταν ο Βαγγέλης κατάφερε να κοντρολάρει τον πόνο του σώματος του και είχε εξακριβώσει ότι πονάει στα εξής σημεία:
ΣΕ ΟΛΑ,
κατάλαβε ότι κάποιος στεκόταν όρθιος από πάνω του. Ήταν ο γαμπρός του. Είχε να τον δει πάνω από 7 χρόνια. «Βρε Παντελή…. Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε.. βαφτίζω την κορούλα μου..»

Ο αλλαντοπώλης είχε τόσα πολλά να πει που είχε μαζέψει μέσα του όλα αυτά τα χρόνια και δεν ήξερε που να αρχίσει. Ζητούσε εκδίκηση που του πήρανε το μαγαζί με πανούργο τρόπο, που τον ξεκόψανε από το μαγαζί και τους μισούσε πραγματικά κι αυτόν και την ίδια του την αδερφή.

«είναι πράγματα αυτά βρε παντελή, με ξύλο? Έτσι θα λύσεις τα προβλήματα σου, σκοτώνοντας μας στο ξύλο?» ψέλλισε μυξοκλαίγοντας ο γαμπρός αφού τον είδε μπόσικο τον αλλαντοπώλη και αφού τον ήξερε πως είναι φουκαράς και τον ξεγελάς αν τον πιάσεις στο φιλότιμο.

«και λίγες έφαγες. Σου αξίζει και περισσότερο ξύλο και θα το φας σε λίγο. Θέλω πίσω το μαγαζί μου. Θα το δώσεις?»

Ο γαμπρός πεσμένος στο πάτωμα συνέχισε να ψευτόκλαιει και να ρουφάει τη μύτη του κάθε τόσο, προσποιούμενος πονεμένο λυγμό. Ύστερα γύρισε δήθεν αποφασισμένος
«Θα το δώσω το μαγαζί – μόνο αφήστε με να βαφτίσω την κόρη μου. Και να κάνω και το τραπέζι. Κι από αύριο πείτε μου που να βρεθούμε και το δίνω το μαγαζί. Με χαρτιά και συμβόλαια κι απ’ όλα. Θα το αναλάβεις πάλι εσύ αν θες ή αν θες πούλα το, οι δουλειές πάνε μια χαρά… δικό σου ήταν το μαγαζάκι έτσι κι αλλιώς – εγώ να δω το παιδάκι μου μόνο θέλω… άφησε με σε παρακαλώ»

Ο αλλαντοπώλης δε συμφωνούσε εξ’ αρχής με το ξύλο, ιδίως μετά το ότι συνέβη με το στρατηγό. Δεν ήθελε να του ξεψυχήσει στα χέρια και δεύτερος άνθρωπος και ήξερε πια πως ο Φώντας δε θα δίσταζε να φτάσει στα άκρα. Και τι διάολο δεν ήθελε να αφήσει την την αδερφή του χήρα και συμφώνησε όταν τελειώσει η βάφτιση να τον αφήσει να φύγει. Τα ουρλιαχτά πανικού που ακούστηκαν από την εκκλησία πρέπει να ήταν μετά τη μοιρασιά των κουφέτων άρα το μυστήριο είχε λήξει κι ο Βαγγέλης Μπιστωτής αφέθηκε ελεύθερος.

«Δε στο είπα ρε, είναι φλώρος – θα το δώσει το μαγαζί» είπε ο Μπεν σκουντώντας το μάγειρα καθώς η συμμορία έφευγε με το φορτηγάκι.
«Ρε Φώντα για στάσου λίγο να δω την αδερφή μου και την κόρη της. Ανιψιά μου είναι. Να μη τη ρίξω μια ματιά?»

Το φορτηγάκι φρέναρε και εν μέσω σκηνών αλλοφροσύνης κυριών με τουαλέτες που φτύνανε απ το στόμα τους τις κατσαρίδες, ξεχώριζε μια κοπέλα που κράταγε στα χέρια της ένα κοριτσάκι ντυμένο στα ροζ. Την άφησε κάτω και το κοριτσάκι έκανε μερικά αβέβαια βήματα. Ο αλλαντοπώλης δάκρυσε.

Μαλάκα αλλαντοπώλη με τις ευαισθησίες σου. Στη συνέχεια της ιστορίας θα το φας το κεφαλάκι σου!

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2008

0/4 - Σπίθα in the wind

Με στρατιωτικές τιμές, πάνδημη και σε ατμόσφαιρα οδύνης τελέσθηκε την Παρασκευή το πρωί η κηδεία του στρατηγού. Ήταν τόσο αναπάντεχος ο χαμός του και τόσο παράξενος ο τρόπος του θανάτου του, που κανείς απο τους παρευρισκόμενους δεν το είχε καλά καλά συνειδητοποιήσει. Ο ήλιος έκαιγε δυνατά εκείνη τη μέρα. Συνήθως στις κηδείες βρέχει, μα όχι εκείνη την Παρασκευή - ο θεός δεν έκλαψε για το στρατηγό.

Λίγοι είχαν διάθεση να μιλήσουν στην κηδεία. Ένας βαρετός λόγος μόνο ξεχώρισε κι αυτό γιατί είχε το συνθηματικό ευφυολόγημα «θα ζει για πάντα στη μνήμη μας και η σπίθα στο κερί του δε θα σβήσει ποτέ, οσο δυνατοί κι αν φυσάνε οι άνεμοι» το οποίο κέρδισε ένα σχετικά χλιαρό χειροκρότημα κι αρκετά κλεισίματα ματιών. Γενικά όμως λίγες κουβέντες ακούστηκαν στην κηδεία. Σπάνιο πράγμα όταν είναι μαζεμένα τόσα πολλά γαλόνια σε μικρό χώρο. Έχουν τη συνήθεια να μιλάνε πολύ οι στρατιωτικοί όμως εκείνες τις λίγες στιγμές που το φέρετρο του στρατηγού έκλεινε και έμπαινε στο χώμα, επικράτησε απόλυτη σιωπή.

Αργότερα, στο κοντινό καφενείο οι αξιωματικοί σχημάτισαν πηγαδάκια που είχαν μόνο θέμα συζήτησης τον παράξενο θάνατο του στρατηγού. Ποιός το έκανε και γιατί? Ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών? Μήπως έχει να κάνει με την κίνηση ΣΠΙΘΑ?

Η συζήτηση φούντωνε κι οι παρέες ενώνονταν. Παλιές ιστορίες απο το παρελθόν του στρατηγού έρχονταν στο φως, ακόμα και μερικές πιο προσωπικές και πικάντικες. Από το πλήθος ξεχώρισε ένας αξιωματικός. Ένας σιωπηλός υπολοχαγός με ένα βλέμμα ενοχής και έντονης ανησυχίας, κινήθηκε με αργά βήματα προς την αυλή.
Στάθηκε μόνος του κάτω απο τον πλάτανο. Όβερ.

Άλλη μια στολή ξεχώρισε. Πιο γυαλιστερή.
Στολή αντισυνταγματάρχη κινήθηκε προς αυλή κατωθεν πλατάνου – τα σήματα μου έτοιμος.

Γνέψανε ο ένας στον άλλον και για λίγο παρέμειναν δίπλα δίπλα σιωπηλοί. Δε γνώριζαν ο ένας το φόβο του άλλου. Υποθετικά θα μπορούσαν να τον οσφρηστούν με το αλάθητο στρατιωτικό ένστικτο τους, το οποίο ως ανυπόστατος μύθος, απουσίαζε πανηγυρικώς: BUSTED

O φόβος υπήρχε όμως. Ο μεν υπολοχαγός είχε χάσει την ατζέντα του με όλα τα τηλέφωνα, τις κωδικές ονομασίες και τις δραστηριότητες της κίνησης ΣΠΙΘΑ. Ο δε αντισυνταγματάρχης λίγο καιρό πριν είχε συμφωνήσει να αφήσει μια τσάντα με χαρτονομίσματα σε επαρχιακό δρόμο κατόπιν απειλητικού τηλεφωνήματος. Το μετάνιωσε φυσικά όταν έλαβε και δεύτερο και τρίτο τηλεφώνημα. Η ηρεμία του είχε ταραχτεί, δεν φανταζόταν πως συνυπεύθυνος για αυτό ήταν ο διπλανός του υπολοχαγός και η χαμένη ατζέντα του.

«Παράξενο μέρος ε?» είπε ο αντισ/χης
«τι εννοείτε?»
«Ε, δεν έχετε δει τριγύρω σας? Πριν πέτυχα στη γωνία έναν τεράστιο αρουραίο να τρώει ένα λουκουμά με ζάχαρη. Ή δεν ηταν αλοκοτο το φαλακρό γκαρσόνι που του έπεσε ο δίσκος με τους καφέδες πάνω στη γιαγιά? Γιατι..ο άλλος? ο παπάς ο πενηντάρης που του ‘φυγαν τα ψεύτικα γενια?»
«Δεν έχω προσέξει τίποτα απο όλα αυτά, πότε συνέβησαν?»
«Τι σημασία έχουν όλα αυτά. Πάει χάθηκε τσάμπα ο άθρωπος»
«Ναι, κρίμα»
«Τι να κάνεις. Όσα έρθουν κι όσα πάνε»
«Τον βρήκανε λέει γυμνό και παγωμένο στη μέση του δρόμου»
σημείωσε ο υπολοχαγός συνεχίζοντας να κοιτάει στο πουθενά
«Σίγουρα θα τον βασάνισαν. Το αρνούνται βέβαια οι ιατροδικαστές, αλλά σίγουρα τον βασάνισαν»
«Ποιοί τον βασάνισαν και γιατι?»
«Ποιος ξέρει τι κρύβει το παρελθόν ενός στρατηγού…είχε διάφορα θέματα πιο παλιά στους αλεξιπτωτιστές..»
«τι εννοείτε διάφορα θέματα»
«δεν ξέρω, έχω ακούσει οτι αρκετοί απο τότε τον είχανε βάλει στο μάτι.. όχι βέβαια πως περίμενε κανείς να γίνει κάτι τόσο βίαιο»
«δηλαδή δεν πιστέυετε πως έχει να κάνει με την κίνηση ΣΠΙΘΑ»
«σσσσσσσσσΣΣΣςς … είσαι τρελός, πιο σιγά»
είπε αναστατωμένος ο αντισχης κοιτάζωντας ανήσυχα τριγύρω του «.. πώς σου ήρθε τώρα αυτό»

«όβερ όβερ, κομβική λέξη αναφέρθηκε, όβερ»

«ίσως κάποιος να ξέρει…. Ίσως να είχε να κάνει....
Γιατί, ξέρεις κάτι?»
«όχι, εσύ?»
«εγώ γιατί να ξέρω?»
«οχι, δε λέω οτι ξέρεις»


«Βέβαια δεν έχεις και άδικο, τόσα λεφτα εμπλέκονται.. θα μπορούσε να είχε διαρρεύσει κάτι ο στρατηγός και να τον εκβίαζαν» διαπίστωσε ο αντισ/χης
«Μα δε ζήτησε κανείς λύτρα, λίγες ώρες μόνο τον κράτησαν»
«ήθελαν να τον σκοτώσουν δηλαδή?»
«Ίσως μην ήθελαν αλλά να τους προέκυψε. Ποτέ δε θα μάθουμε…
Το σενάριο της σύνδεσης με την κίνηση ΣΠΙΘΑ το αποκλείουμε?»
«μη λες ΣΠΙΘΑ!! Είμαστε πολλά μέλη μαζεμένα σήμερα εδώ, δε θελουμε να μας ακούσει κανείς να συζητάμε εμείς οι δυό για τέτοια θέματα μόνοι μας»
«εσύ όμως τι πιστεύεις?»
«μπορεί και να έχει. … πιθανότατα….»
«δικαιολογημένα δηλαδή φοβάμαι για τη ζωή μου κι εγώ?»
«κι εσύ?»
«κι εσύ!»
«μας έχουν κυκλώσει δηλαδη»

Ο αντισυνταγματάρχης ξεφύσηξε κάπως ανακουφισμένος. «Χαίρομαι που τα συζητάμε οι δυο μας. Δε θα μπορούσα να πω τις ανησυχίες μου μπροστά σε όλα τα μέλη της κίνησης. Δε θέλω να με κάνουν στην άκρη. Έχω ρισκάρει τα πάντα για τη ΣΠΙΘΑ. και σίγουρα όχι τώρα. Τώρα που το πρόγραμμα είναι σε πλήρη λειτουργία»

«Εσάς η αντικατάσταση γίνεται χωρίς προβλήματα?»

«Πρόβλημα? Όσο δίνεις λάσκα στους φαντάρους δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπροστά αραζει ο σκοπός με το ipod και πίσω στην αποθήκη οπλισμού γίνεται η αντικατάσταση κάτω απ τη μύτη του. Δε φταίει αυτός βέβαια. Αυτός τη δουλειά του κάνει. Και τη δικιά μας εν μέρει»
«εσείς στα νησιά τα στελνετε μέση ανατολή, σωστά?»

«Ναι. και παίρνουμε τα ψευτικα απο αμερική. Μέσω τουρκίας»
«Εμας πάνε βόρεια. Γυρω απο τη μαύρη θάλασσα. Δε ξέρω λεπτομέρειες. Πάντως παίρνουμε τα πλαστικα κι εμείς απο αμερική μέσω τουρκίας.»

«Δεν υποψιάζεται κανείς τίποτα σε εσάς? Κανενας καραβανάς να δει κατι, καποιος οδηγός να καταγγείλει την ασυνηθιστη διαδρομή?»

«Οχι! Ε, καμιά φορά μπορει. Όλοι όμως έχουν το αδύνατο σημείο τους. Και όλοι προτιμούν να πάρουν ενα καλό αντάλλαγμα και να μη μάθουν καν τι συμβαινει. Όσο για τους οδηγούς, όχι. Δεν καταλαβαινουν γιατι όλα γίνονται σα φυσιολογικά. Το φορτηγό ερχεται στην αποθηκη οπλισμου με τα πλαστικα οπλα και εκρηκτικα. Το βραδυ γινεται η αλλαγη. Τα οπλα μπαινουν στο φορτηγο, τα ψεύτικα στην αποθηκη. Το αλλο πρωι ο οδηγος γυρναει πισω. Κανεις δεν εχει καταλαβει οτι στην αποθηκη φυλαμε παιχνιδακια κι οτι ο οπλισμος ταξιδευει για μεση ανατολη.»

«Ακουσα στην Κω ηδη προχωρησανε στο σταδιο ανατιναξης»

«Οταν λες ακουσες, δε νομιζω να ακουσες την ιδια την ανατιναξη ε?»
το ακούσατε κι εσείς αυτό το θλιβερό στρατιωτικό αστείο ή ήταν ιδέα μου, όβερ

«Χεχεε, ναι! σχεδον ακουστηκε. Ναι που λες, εντελως συμπτωματικα πηρανε τους φανταρους απ το φυλακιο για ασκηση και μιση ωρα μετα εγινε εκρηξη στην αποθηκη. Στειλανε στο υπουργειο κονδυλι για αντικατασταση οπλων και πυρομαχικων. Και ξερεις πιο ειναι το φοβερο? Οτι επειδη τετοιες «εκρηξεις» δε θελουμε να βγαινουν στη δημοσιοτητα, οσες και να γινουν σε ολη την ελλαδα παραμενουν απορρητες και πληρωνονται απο μυστικα κονδυλια. Ουτε ο υπουργος, ουτε οι ανωτατοι στρατηγοι πιθανον δε θα μαθουν ποτε οτι ολος ο στρατιωτικος εξοπλισμος αξιας εκατομμυριων αντικατασταθηκε μεσα σε ενα χρόνο. Η κινηση ΣΠΙΘΑ είναι καταδικασμενη να πετυχει κι εμεις να πλουτισουμε»

«αν ζησουμε να τα χαρουμε, βεβαια»

«σωστα.»

«τι επαθε κι ο φουκαρας ο στρατηγος»

«αστα. Οσα ερθουν κι οσα πανε σου λεω»
2 στολές επιστρέφουν στο καφενείο, καλυφθείτε μη σας αναγνωρίσουν, όβερ εντ άουτ

Τετάρτη, Ιουνίου 25, 2008

0/4 - Επίσκεψη στο κομμωτήριο


Έβγαλε από την τσέπη του το χαρτί και το ξεδίπλωσε να επαληθεύσει πως είχε φτάσει στη σωστή διεύθυνση. Πλησίασε το κεφάλι του στο τζάμι και ξανακοίταξε μέσα από τη βιτρίνα να βεβαιωθεί πως στεκόταν όντως έξω από κομμωτήριο. Δεν έβλεπε καθαρά. Τον ενοχλούσε η ίδια η αντανάκλαση των κατακόκκινων μαλλιών του που καθρέφτιζαν στο τζάμι. Αυτό θα άλλαζε σε λίγο. Σε λίγη ώρα θα έβγαινε από ‘κει μέσα με κατάμαυρα, απολύτως βαρετά και κοινά μαλλιά. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Μια όμορφη ξανθιά τον υποδέχτηκε

«καλημέρα σας έχετε ραντεβού?»
«στις 11. Οράτιος»
«καθίστε και θα σας ειδοποιήσουμε. Να σας προσφέρουμε καφέ?»


Αιφνιδιάστηκε από την πολυτέλεια του χώρου κι από τη μοναδική περιποίηση. Τον αφήσανε σε ένα αναπαυτικό σαλόνι με δερμάτινους καναπέδες, του σερβίρανε αχνιστό καφέ φίλτρου και του προσφέρανε ποικιλία ιλουστρασιόν περιοδικών να χαζεύει μέχρι να έρθει η ώρα του. «Μα για κοίτα! Αυτή να έχει γεννήσει πριν 10 μέρες και να έχει τέτοιο σώμα?»

Καμία σχέση με το κουρείο του κυρ Ανέστη στο χωριό. Πόσο άντρας όμως είχε νιώσει όταν άνοιξε πρώτη φορά την πόρτα του κουρείου και μπήκε μόνος του, χωρίς κανέναν να τον συνοδεύει, έκατσε αποφασιστικά στην καρέκλα και σχεδόν διέταξε τον κυρ Ανέστη να του κάνει ένα μονδέρνο κούρεμα. Και μετά στάθηκε όρθιος, τίναξε τις τρίχες από το γιακά του και έβγαλε το πορτοφόλι να πληρώσει από τα δικά του λεφτά κι η ικανοποίηση ήταν τεράστια κι ας μυρίζανε τα ρέστα του κυρ Ανέστη κομμένη τρίχα και φτηνή κολόνια. Είχε βρώμικο κουρείο και βρώμικο στόμα ο κυρ Ανέστης. «Πούστη κοκκινοτρίχη μου το γάμησες το πάτωμα. Γεμίσαμε κόκκινη τριχάρα δω μέσα. Κανόνισε ρε μαλακισμένο. Αύριο μεθαύριο το πολύ σε περιμένω να έρθεις και να μου πεις: κυρ Ανέστη με έφτιαξες! Με το κούρεμα που μου ‘κανες, γάμησα!» Ο Οράτιος όμως ούτε καν απ’ έξω δεν πέρασε, αφού η "κόμμωση κυρ Ανέστη" – παρότι η καλύτερη στο χωριό – ήταν βγαλμένη από προηγούμενη δεκαετία και δεν ήταν ακριβώς θελκτική για τα νέα κορίτσα .

Μια κοπέλα ντυμένη στα ροζ πλησίασε τον Οράτιο και τον κάλεσε να την ακολουθήσει. Τον τύλιξε με μια τεράστια μαλακή πετσέτα. Τον στριφογύρισε στην καρέκλα και με ένα μοχλό σχεδόν τον ξάπλωσε και τον έχωσε κάτω από μια βρύση με χλιαρό νερό. Του πέρασε σαμπουάν και άρχισε να του πλένει τα μαλλιά και τα χέρια της του κάνανε τόσο απαλό και ηδονικό μασάζ που ο Οράτιος χαλάρωσε απολύτως.

Μικρό παιδί όταν ήταν τον κούρευε η μάνα του. Αδέξια, απότομα και βιαστικά πολλές φορές, ήταν όμως το άγγιγμα της γεμάτο στοργή. Η μάνα που αρπάζει το γιο της και τον διατάζει να καθίσει ήσυχος στην καρέκλα και να μη της κάνει τη ζωή δύσκολη. Ύστερα χρατς χρούτς του καταστρέφει τα μαλλιά που είχαν μακρύνει τόσο όμορφα και του αφήνει ασύμμετρες τούφες απο κατακόκκινες τρίχες στο κεφάλι. Ύστερα σκύβει και τον αγκαλιάζει και τον φιλάει στο κούτελο.

Βέβαια εκείνη τη στιγμή το χλιαρό νερό και το μασάζ δεν το άλλαζε ούτε με χίλια μητρικά φιλιά ο Οράτιος. Μόλις η κοπέλα τον ανασήκωσε, τον σκούπισε και τον κάθισε μπροστά στον καθρέφτη, έτοιμο πλέον για το κούρεμα, ο Οράτιος αντίκρισε τον εαυτό του πιο ήρεμο απο ποτέ. Τα κόκκινα μαλλιά του είχαν λάμψει. Μια χαρούμενη κραυγή απο πίσω του ήρθε προς επιβεβαίωση «τι θαυμάσιο, τι έντονο, τι μοναδικό κόκκινο χρώμα!! Τι υπέροχο μαλλί έχεις αγάπη μου – μπράβο χίλια μπράβο»

Ένας περίεργος τύπος με τρία χρώματα στα μαλλιά του τον είχε πλησιάσει και εξέταζε απο κοντά το τις τρίχες του βγάζοντας κραυγές χαράς και ξεσπώντας πότε πότε σε ενθουσιώδες χειροκρότημα. Όλα αυτά σταμάτησαν όταν ο Οράτιος του αποκάλυψε το λόγο της επίσκεψης του «θέλω να τα βάψω μαύρα. Πολύ μαύρα. Ή όχι πολύ, δε ξέρω. Απλά να μην είναι κόκκινα. Καθόλου κόκκινα.»

Δε δυσκολευόταν πρώτη φορά με κουρέα ο Οράτιος, του είχε ξανατύχει στο παρελθόν . Στη δική του λογική όταν κάθεσαι στην καρέκλα, δεν αφήνεσαι στο έλεος του κουρέα – αντιθέτως αυτός πρέπει να φροντίσει να συμμορφωθεί με αυτά που εσύ επιθυμείς να έχεις πάνω στο κεφάλι σου. Αυτός οφείλει απλώς να εκτελέσει. Την πρώτη φορά ο κουρέας είχε κερδίσει. Ήταν όταν παρουσιάστηκε στο στρατό και έπρεπε να είναι όλοι καλοκουρεμένοι για την ορκωμοσία τους. Ο Οράτιος επέμενε πως χρειάζεται ελάχιστο κόψιμο με ψαλίδι, ίσα να φαίνονται καλά με το δίκοχο - άλλωστε την επόμενη μέρα θα παίρνανε την άδεια τους και θα γύρναγε στο χωριό, όμως ο κουρέας του στρατοπέδου επέμενε να περάσει το δικό του, τόσα κεφάλια είχε κουρέψει άλλωστε και να βάλει μηχανή. Αποτέλεσμα ήταν ο Οράτιος να τον εμπιστευτεί και ο κουρέας, που τελικά αποδείχθηκε πως δεν ήταν κουρέας, αλλά υπάλληλος σε βενζινάδικο που έβγαζε 1-2 μέρες παραπάνω άδεια, να του ξυρίσει όλα τα μαλλιά γουλί.

Αυτή τη φορά θα πέρναγε το δικό του. Καθόλου ψαλίδι, καθόλου μηχανή, μόνο βαφή και μάλιστα κατάμαυρη. Ο Οράτιος είχε μυστικά που έπρεπε να προστατευθούν. Τα κόκκινα μαλλιά όσο και να τα λάτρευε ο εκκεντρικός κομμωτής με το όνομα Μιγκαέλ που είχε πέσει στο πάτωμα και τον ικέτευε να μην τα «σκοτώσει», κάνανε τον Οράτιο αναγνωρίσιμο στόχο. Έπρεπε για λίγο καιρό να γίνει ένα με το πλήθος που ‘χει ομοιόμορφα μαλλιά.

Με βαριά καρδιά ο κομμωτής πήρε μια μαύρη βαφή και με το πινέλο άρχισε να την περνάει, πρώτα απο τις άκρες και καταλήγοντας στις ρίζες. «Τι δουλειά κάνεις νεαρέ αν επιτρέπεται» είπε ξεκινώντας συζήτηση ο μιγκαέλ

«Είμαι τραγουδιστής» απάντησε με θράσσος ο Οράτιος

«Καλέ θα σε σκοτώσω!! Τραγουδιστής και χαλάς τέτοια απόχρωση? Θεέ μου.. βρε, με τέτοιο χρώμα θα έκανες πάταγο»

Ο Οράτιος έβλεπε τα μαλλιά του να έχουν καλυφθεί απο μπογιά και είχε και τον τρικολόρε κομμωτή να του χαλάει περισσότερο την ψυχολογία. Έπρεπε πια να περιμένουν να δράσει η βαφή.

«Και που τραγουδάς κοκκινομάλλη μου?»

«Προσωρινά, δεν τραγουδάω κάπου. Πρόσφατα ήρθα στην Αθήνα.»


«Καλέ έχω εγώ φίλο μάνατζερ, πριν φύγεις να σου δώσω μια κάρτα του. Να πας να σε ακούσει. Πες του απ’ το μιγκαέλ. Και πες του πως έχεις και φανταστικά φυσικά μαλλιά και θα τα ξαναγυρίσουμε στο χρώμα τους, εντάξει? Να του το πεις αυτό, εντάξει?»

Ο κομμωτής τράβηξε απότομα τον μοχλό της καρέκλας κι ο Οράτιος βρέθηκε μισοξαπλωμένος. Τον πήγε με αστραπιαία κίνηση στο νιπτήρα και κάλεσε την ξανθιά να ξεπλύνει τη βαφή. Αυτός απλώς περίμενε ακίνητος με το βλέμμα στο ταβάνι. Ύστερα ανέλαβε πάλι πρωτοβουλία, με την πετσέτα σκούπισε τα μαλλιά και με το πιστολάκι τα στέγνωσε. Η αποκάλυψη ήταν πρωτόγνωρη. Η βαφή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Τα μαλλιά του Οράτιου παρέμεναν κατακόκκινα και έλαμπαν περισσότερο μετά το δεύτερο λούσιμο.

Ο Μιγκαέλ σάστισε αλλά δεν θα το έβαζε κάτω. Αυτή τη μάχη με τις τρίχες θα την κέρδιζε. Άρπαξε μια πιο δυνατή βαφή με έξτρα αμμωνία και επανέλαβε τη διαδικασία. «δεν είναι τίποτα χρυσέ μου, συμβαίνει» Καθώς πασάλειβε την βαφή βρήκε έξυπνο να σιγοτραγουδήσει στον Οράτιο

«έλα τραγουδιστή πάμε μαζί...

Τραγουδάμε για το κόκκινό
Τραγουδάμε γα το κόκκινό
Κόκκινα τα μηλαράκια, στη μηλιά μες στην αυλή
Κι η ντοματα στο περβόλι, κόκκινη λαχταριστή
και στου οράτιου τις τρίχες πέρασα μαύρη βαφή...»

Αυτή τη φορά ο κομμωτής ανέλαβε ο ίδιος το ξέπλυμα της βαφής, γιατί είχε αγωνία να δει αν τα κατάφερε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα καθώς έβλεπε το κόκκινο να ξεπροβάλει ξανά. Το στέγνωμα ήρθε προς επιβεβαίωση. Ούτε μισό τόνο δεν είχαν σκουρύνει τα μαλλιά του Οράτιου.

«τώρα τί κάνουμε? Γιατί δεν πιάνουν οι βαφές?» ρώταγε ο Οράτιος μα ο κομμωτής είχε τρελαθεί. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο φαινόμενο και δεν ήξερε και να το εξηγήσει. Ξανατράβηξε το μοχλό και άρχισε πάλι την ίδια διαδικασία, αυτή τη φορά σιωπηλά και αγχωμένα. Το αποτέλεσμα κατακόκκινο.

«θες οπωσδήποτε να μην έχεις κόκκινα μαλλιά?» είπε φρικαρισμένος ο κομμωτής στον Οράτιο

«σίγουρα όχι κόκκινα. Οτιδήποτε άλλο»

«οτιδήποτε άλλο, έτσι? Απλά όχι κόκκινο. Οκ!»



Λίγη ώρα μετά ο Οράτιος έβγαινε απο το κομμωτήριο με το κεφάλι του ξυρισμένο γουλί. Τα κουρέματα, έπρεπε να το παραδεχτεί, δεν ήταν το φόρτε του.

Μέσα στο κομμωτήριο ο Μιγκαέλ είχε καθίσει στην καρέκλα και οι κοπέλες του κάνανε μασάζ να συνέλθει απο το σοκ καθώς έψαχνε ένα θετικό στο τραγικό αυτό φινάλε «Ευτυχώς που δεν του έδωσα και την κάρτα του φίλου μου του μάνατζερ, τούτο το ζαβό θα με ξεφτίλιζε εντελώς»

Τρίτη, Ιουνίου 10, 2008

0/4 - Η φυσιολογική κατάληξη μιας απαγωγής

Ο στρατηγός φόρεσε το σακάκι του, έβγαλε το χαρτοφύλακα απο τη θέση του συνοδηγού και κλείδωσε το αυτοκίνητο. Ένιωσε τότε έναν έντονο πόνο στο πόδι και με έκπληξη και αηδία διαπίστωσε πως ένας χοντρός και τριχωτός αρουραίος τον δάγκωνε στη γάμπα. Πριν προλάβει να αντιδράσει ή να μετανιώσει που δε φόραγε ακόμα τις στρατιωτικές αρβύλες του, κάποιος τον χτύπησε απο πίσω στο κεφάλι. Όλα σκοτείνιασαν.

Όταν ο στρατηγός ξύπνησε, δε μπορούσε να καταλάβει που βρίσκόταν και τι του συνέβαινε μόνο έτρεμε απο το ανυπόφορο κρύο. Η γλώσσα του είχε παγώσει και τα πνευμόνια του είχαν βαρύνει τόσο, που ανέπνεε με δυσκολία. Τα χέρια του ήταν δεμένα σε ένα μεταλλικό σωλήνα. Κοίταξε τριγύρω του. Πιθανότατα βρισκόταν στο ψυγείο ενός φορτηγού και κάποιοι τον είχαν παρατήσει εκεί μέσα μονάχα με το πουκάμισο και το σώβρακο του - καταλάβαινε βέβαια πως η προτεραιότητα τους δεν ήταν να τον κρυολογήσουν, σπάνια σε απαγάγει κανείς γιαυτό το λόγο.

Η πληγή στο πόδι του από το δάγκωμα του τρωκτικού έτρεχε αργά αλλά ασταμάτητα βρώμικο αίμα. Κόλλησε το πόδι στην παγωμένη λαμαρίνα κι αυτό του πρόσφερε κάποια προσωρινή ανακούφιση. Η πόρτα άνοιξε και ο στρατηγός βεβαιώθηκε από μια γρήγορη ματία προς τα έξω, πως πράγματι βρισκόταν σε όχημα. Μέσα στο ψυγείο μπήκε διστακτικά ένας παχουλός πενηντάρης με κοιλιά και καράφλα.

« Πού είμαι… ποιός είσαι εσύ» ψέλισε ο στρατηγός

«Αριθμός λογαριασμού 025 – 059884 – 555 swiss bank. Ποιός είναι ο μυστικός κωδικός?» είπε με φωνή που έτρεμε ο απαγωγέας

«Θα αστειεύεστε... χαχα .. ποιοί νομίζετε πως είστε?»

«Αριθμός λογαριασμού 025 – 059884 – 555 swiss bank. Ο μυστικός κωδικός!» επανέλαβε ο πενηντάρης πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.

«άνθρωπε μου. Έχεις ιδέα που έχεις μπλέξει? Έχεις ιδέα ποιός είμαι και τί θα σας κάνουν όταν μάθουν οτι έχω εξαφανιστεί?»

Ο στρατηγός έβλεπε πως ο φουκαράς που είχε αναλάβει να παίξει το ρόλο του ψυχρού ανακριτή ήταν πιο τρομοκρατημένος απο αυτόν και αν και «ψυχρός» δεν ήθελε να βρίσκεται σε αυτό το ψυγείο. «Λύσε με και θα ...»

Πριν προλάβει ο στρατηγός να ολοκληρώσει την πρόταση του, ο πενηντάρης τον κλώτσησε στο σαγόνι και του είπε «θα ξανάρθω σε 2 ώρες που θα έχεις συνηθίσει το κρύο και θα έχει καθαρίσει το μυαλό σου» και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Ο στρατηγός καθώς περνούσε η ώρα όλο και λιγότερο σκεφτόταν πως μπορεί κάποιος με τόσα παράσημα και αστέρια στη στολή όπως αυτός, να βρει τρόπο διαφυγής από μια τέτοια άβολη κατάσταση και μόνο συγκεντρωνόταν στο πως θα κουλουριαστεί και θα κρατηθεί όσο γίνεται πιο πολύ ώρα ζωντανός σε αυτή την παγωνιά. Ούτε καν τον απασχολούσε πλέον το πλήγμα στη φήμη του ως σκληραγωγημένου αξιωματικού, όταν θα τον βρίσκανε νεκρό και παγωμένο να τον έχουν απαγάγει κάποιοι ερασιτέχνες μικροαπαταιώνες. Μετά απο ώρες η πόρτα ξανάνοιξε και κάποιος τρίτος τον οποίο δεν κατάφερε να δει διέταξε τον πενηντάρη να «πάρει τον κωδικό για να τελειώνουμε».

«Λοιπόν, swiss bank…»

«Δε σου λέω τίποτα. Είμαι στρατηγός, απαιτώ σεβασμό… ποιος είσαι εσυ… που… τι κάνεις? Τι είναι αυτό…. Τι πας να κάνεις….ααααα»

Πως αλλάζουν οι συσχετισμοί σε τέτοιες ιδιόμορφες καταστάσεις.. Πού ακούστηκε ένας στρατηγός να φοβάται έναν 50αρη που στο στρατό ήταν μάγειρας και που μόνο του όπλο έχει ένα μπουκάλι νερό στα χέρια?

Ο απαγωγέας άδειασε απρόσεκτα και βιαστικά το νερό πάνω στο σώμα του στρατηγού ο οποίος ούρλιαζε σα να του καίγανε τη σάρκα, το νερό λειτουργούσε στο παγωμένο δέρμα του σαν οξύ. Ύστερα αμίλητος βγήκε για άλλη μια φορά απο το ψυγείο αφήνοντας το στρατηγό μόνο να αναρωτιέται πόσο ακόμα θα μπορέσει να αντέξει. Είχε ήδη αρχίσει να μετανιώνει που δεν έδωσε τον κωδικό. Στο διάολο και οι αξιωματικοί και τα λεφτά και όλα. Μπορεί και να τον σκοτώνανε έτσι κι αλλιώς αλλά και τι κέρδιζε με την επιμονή του? Όδευε πιο γρήγορα και σίγουρα προς το θάνατο. Φοβόταν πολύ, δεν πίστευε πως θα άντεχε άλλες δύο ώρες. Καταλάβαινε τους παλμούς της καρδιάς του να ασθενούν. Έκανε να φωνάξει να τον βγάλουν μα η φωνή του δεν έβγαινε. Βυθίστηκε σε λήθαργο.

Ο χρόνος πέρασε σαν πάγος. Η πόρτα άνοιξε ξανά και η εντολή αυτή τη φορά ήταν επιτακτική: «αν δεν πάρεις τον κωδικό δε θα βγεις ούτε εσύ απο κεί μέσα» και σχεδόν τον πέταξαν μέσα τον ταλαίπωρο τον απαγωγέα που ήταν εμφανώς αναστατωμένος.

«Δώσε μας ρε κερατά τον κωδικό… δε βλέπεις πως δε θα ζήσεις…. Τι περιμένεις πια, ποιος θα σε σώσει? Δώστον το γαμημένο τον κωδικό… τι αξίζει πιο πολύ τα λεφτά ή η ζωή σου πια? …. Δώστον ρε άνθρωπε να βγούμε ζωντανοί…» Ο απαγωγέας είχε γονατίσει δίπλα στο στρατηγό και τον παρακαλούσε κλαίγοντας να του δώσει την πρόσβαση στα εκατομμύρια ευρώ του λογαριασμού της ελβετικής τράπεζας. Μα κυρίως τον παρακαλούσε να ζήσει. Τον έπιασε από τους ώμους και τον κούναγε να τον τραντάξει μα ήταν σα να έπιασε ένα ομοίωμα ανθρώπου φτιαγμένο από μάρμαρο. Ο στρατηγός παραλληρούσε χαμένος στο πουθενά..

«…το πετάξαμε από ψηλά… δέστε το βρέφος στο αλεξίπτωτο.. το αφήσανε.. το αφήσανε να πέσει, να εγκαταλείπει τον κίνδυνο για μεγαλύτερο κίνδυνο… θόλο ελέγχω… πέφτει ….. ίσως το βρέφος προσγειώθηκε σε ένα βουνό από ζάχαρη….»

«τι λες? Τι είναι αυτά που λές… σταμάτα άνθρωπέ μου, σύνελθε, έλα - θα σε λύσω αμέσως»

«η αθώωση είναι ο πόνος των ενόχων…. είναι αυτό το κυκλικό βάλσαμο που υποσχόμαστε στα παιδιά μας, που το ταΐζουμε στις ενοχές μας….. που το νιώθουμε τις νύχτες να βγαίνει από την ύλη του και να αιωρείται πάνω από τεθλασμένες ….. επάλξεις………….…...»

Και κάπου εκεί ο στρατηγός ξεψύχησε μέσα σε ακατάληπτους συνειρμούς, που υπο άλλες συνθήκες κάποιος μπορεί και να γελούσε ακούγοντας τους, αντιθέτως ο απαγωγέας είχε χώσει το κεφάλι μέσα στα χέρια του και έκλαιγε γοερά και ξάπλωνε στο δάπεδο και δεν τον ένοιαζε που ήταν υγρό και παγωμένο και αγκάλιαζε το πτώμα και από μέσα του ήθελε να ουρλιάζει και να εκραγεί από οργή, όμως έμεινε σιωπηλός και ηρέμησε τον εαυτό του και ανασηκώθηκε. Χωρίς ίχνος νευρικότητας χτύπησε την πόρτα να του ανοίξουνε.

Ο εγκέφαλος της σπείρας είδε το πτώμα και κατάλαβε πως αποτύχανε, όμως δεν έδειξε απογοήτευση ή ταραχή. Είπε στον 50αρη να μπει στη θέση του οδηγού και να οδηγήσει γρήγορα κι αυτός χώθηκε στο ψυγείο. Και καθώς ο 50αρης οδηγούσε, είχε ήδη ξεπεράσει αυτόν το θάνατο για τον οποίο ήταν στο μικρότερο βαθμό από όλους συνυπεύθυνος και επαναλάμβανε στον εαυτό του πως όλα γίνονται για ένα λόγο και πως δε πρέπει να μετανιώνει και ύστερα άκουσε την πόρτα του ψυγείου να ανοίγει και είδε το πτώμα του στρατηγού να πέφτει στη μέση του δρόμου και καθώς το έβλεπε από τους καθρέφτες του να απομακρύνεται, αναρωτιώταν πως γίνεται οι άνθρωποι να βγαίνουν πιο σκληροί από τέτοιες δοκιμασίες.

Πέμπτη, Μαΐου 29, 2008

0/4 - Adopt, adapt & improve

- Λοιπόν, να πάω? Λέτε να παώ ε? Καλά θα πάω. Πάω

Ο Μπεν χτύπησε διστακτικά την πόρτα του γραφείου και δεν άνοιξε μέχρι να ακούσει από μέσα ένα ξερό «ναι, μπρος».

- Αφεντικό ήρθα να δω τι κάνεις, τόσες ώρες είσαι δω μέσα..

Κλεισμένος στο γραφείο της σουίτας με δεκάδες χαρτιά απλωμένα μπροστά του, ο Φώντας προσπαθούσε να καταστρώσει ένα σχέδιο για τη δράση της συμμορίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τις πρωτοβουλίες του συνεργάτη του. Όχι στρατηγικό σχέδιο όμως δε μπορούσε να σκεφτεί, αλλά ούτε στοιχειωδώς μερικές σαφείς οδηγίες που θα πείθανε τους υπολοίπους για την ηγετική του ικανότητα και γιαυτό είχε προτιμήσει να απομονωθεί προσωρινά, μέχρι να βρει τη λύση. Με ένα βλέμμα γεμάτο δυσαρέσκεια, μεταβίβασε όλες τις ευθύνες για το μπλοκάρισμα του στον Μπεν.

-Ξέρεις αφεντικό τα παιδιά έξω αναρωτιούνται...

-Στα παιδιά βάζεις μέσα και τον 50άρη αλλαντοπώλη? Διέκοψε ειρωνευόμενος ο Φώντας
-Ε, σχήμα λόγου αφεντικό. Ξέρεις, τα παιδιά αναρωτιούνται τι θα γίνει. Είμαστε δυο μέρες εδώ και δεν κάνομε τίποτα. Μόνο τρώμε, τρώμε και πίνουμε. Δε λέω, ωραίοι και οι σολωμοί και τα τυριά και οι σαμπάνιες και το καταφχαριστηθήκαμε, όμως δε θέλουμε να σου γινόμαστε βάρος. Μέχρι πότε να μας φιλοξενείς..

Είχε προφανώς να κάνει με άβγαλτους ανθρώπους. Είχαν πιστέψει πως ο Φώντας ζούσε μονίμως τη ζωή του μέσα στη χλιδή, στη σουίτα ενός πανάκριβου ξενοδοχείου στο κέντρο της πόλης. Αυτό ήταν κάτι παρήγορο. Δεν τον υποπτεύονταν, αντιθέτως του δείχνανε αγνή επαρχιώτικη εμπιστοσύνη.

-Ο Οράτιος ας πούμε με ρωτάει τί θα γίνει με την ατζέντα. Θέλει να μας εξηγήσεις εσύ ο ίδιος. Του τά ‘πα δηλαδή κι εγώ ας πούμε περιληπτικά, αλλά εσύ τα λες πιο καλά..

-Οράτιο, εννοείς αυτόν τον 18άρη που το έσκασε απο το στρατόπεδο ε? Το λιποτάκτη που τον ψάχνει η στρατονομία...
Ο Μπεν δεν απάντησε, μονάχα απογοητεύτηκε και κατέβασε τα μούτρα, απο τότε που φτάσανε το αφεντικό τα είχε βάλει μαζί του. «Εντάξει εντάξει, έρχομαι σε λίγο. Όλα θα γίνουν, μην ανησυχείτε» τον καθησύχασε ο Φώντας, καταλαβαίνοντας πως δεν υπήρχε λόγος να μεταδίδει και στους άλλους την ανησυχία του. Άλλωστε όσο τους κρατούσε χορτάτους, κέρδιζε χρόνο.

Έμεινε μόνος του και πάλι στο δωμάτιο, όμως δε μπορούσε να συγκεντρωθεί στην οργάνωση της συμμορίας και όλο χάζευε τα χρυσά κηροπήγια και τους τεράστιους πολυελαίους του πολυτελούς ξενοδοχείου. Περπατούσε πάνω κάτω το γραφείο και κάπου κάπου στεκόταν και κοίταγε έξω απο το παράθυρο τη θέα στη μεγαλούπολη απο τον 14ο όροφο.

Πέρασε αρκετές φορές απ’ το μυαλό του να πάρει στα χέρια του την ατζέντα και ύστερα να τους παρατήσει. Ακόμα δεν είχε καταλήξει, ίσως και να το κανε, αλλά κι οι άλλοι δε θα τον άφηναν τόσο εύκολα να τους ξεφύγει, αφού είχαν καταλάβει πόσο σημαντική ήταν αυτή η ατζέντα - αντικείμενο του πόθου. Πάντως γνώριζε πως δεν ήταν αυτή η καλύτερη λύση. Τους χρειαζόταν και θα έπρεπε να τους περιλάβει όλους στο σχέδιο του και να εκμεταλλευτεί τις ικανότητες του καθενός.

Δίπλα, στο σαλόνι, τα ρουμ σέρβις δεν σταματούσαν να έρχονται. Ο αλλαντοπώλης όλο έλεγε πως τα κρέατα δεν ήταν τόσο καλά σε ποιότητα και γιαυτό τα πήζουν στις σάλτσες απο πάνω μα όλο παράγγελνε και έτρωγε ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο. Ο πιτσιρικας ο Οράτιος δεν είχε ξαναρίξει τέτοιες μάσες στη ζωή του και συνέχιζε με ακόρεστη όρεξη χαμένος μπροστά στην τεράστια plasma τηλεόραση. Ο Μπεν έτρωγε μόνο τυριά και δάγκωνε πού και πού και κανα ακτινίδιο που ήταν μαλακά και δεν τον πειράζανε στα ευαίσθητα ούλα του.

Και τότε άνοιξε η πόρτα και βγήκε ο Φώντας, με ένα τεράστιο χαμόγελο και με τα χέρια του ανοιγμένα λες και ήθελε να τους χωρέσει όλους στην αγκαλιά του. «Βάλτε σαμπάνια να πιούμε!!» φώναξε εκπλήσσοντας τους με την αλλαγή στη διάθεση του.


- Είστε έτοιμοι για δράση λοιπόν? Οράτιε είσαι νέο παιδί και δυνατός. Ξέρω πως θες να γίνεις και τραγουδιστής. Εμείς θα σε βοηθήσουμε. Θα σε φτιάξουμε, θα σε καλουπώσουμε, θα βάψουμε και τα μαλλιά σου… όχι όχι, δεν έχω τίποτα με το κόκκινο χρώμα, αλλά βλέπεις, είναι έντονα και δίνουν στόχο. Μην ξεχνάμε πως σε ψάχνει κι η στρατονομία.. Εσύ θα είσαι η εικόνα μας. Αυτός που θα βγαίνει μπροστά. Η ωραία βιτρίνα της συμμορίας μας.

-Το φορτηγάκι που είχες στο μαγαζί, το ψυγείο για τη μεταφορά των κρεάτων, είναι σε καλή κατάσταση? Στράφηκε ο Φώντας στον αλλαντοπώλη

-Είναι σαν ολοκαίνουργο.

-Υπέροχα! Θα το βάψουμε. Θα το συμμορφώσουμε και θα το χρησιμοποιούμε. Είναι όχημα που μας χωράει όλους και θα φτιάξουμε και το ψυγείο, θα μας χρειαστεί - θα δείτε. Βέβαια θα μου πειτε και γιατί να μην πάρουμε ενα καινούργιο? Επειδή υπάρχει το συναισθηματικό δέσιμο για τον αλλαντοπώλη. Θα μας θυμίζει πως πρέπει να πάρουμε πίσω το μαγαζί του.

Μπεν, δέχεσαι να τρυπώνεις εκεί που θα σε στέλνω? Ξέρω πως ελίσσεσαι και χωράς παντού, οπότε θα μας βοηθήσεις να μπαίνουμε πίσω απο κλειστές πόρτες, να ανακαλύπτουμε μυστικά, θα είσαι τα μάτια της συμμορίας. Είσαι μέσα?

-Και το ρωτάς αφεντικό?

-Είμαστε έτοιμοι λοιπόν. Ξεκινάμε. Απο σήμερα είμαστε ομάδα και θα βοηθάμε ο ένας τον άλλον να πετύχει τους στόχους του. Θα ευτυχήσουμε. Πως θα το καταφέρουμε? Για αρχή έχουμε στα χέρια μας σημαντικά στοιχεία για την μυστική δράση ανώτατων αξιωματικών του στρατού. Ονόματα, τηλέφωνα, κινήσεις λογαριασμών και κρίσιμες ημερομηνίες. Πολλοί θα πλήρωναν τεράστια ποσά για αυτή την ατζέντα. Μην είμαστε βιαστικοί όμως. Όσο τους κρατάμε στα χέρια μας είμαστε σε θέση ισχύος και αυτό μπορούμε να το εκμεταλλευτούμε.

-Γιαυτό είχε τρελαθεί ο υπόδικας όταν την έχασε την ατζέντα. Έχει χιεστεί πάνω του.. παρατήρησε όλο κομψότητα ο αλλαντοπώλης

-Και θα αρχίσει να ανησυχεί και περισσότερο μόλις του στείλουμε και το λογαριασμό απο αυτό εδώ το ξενοδοχείο…

Ξέσπασαν και οι τέσσερις σε δυνατά γέλια. Και ύστερα ύψωσαν τα ποτήρια τους και κάνανε πρόποση

«στην υγειά του υποδιοικητή»

Η συμμορία τους είχε και επίσημα υπόσταση. Νιώθανε εκείνη τη στιγμή, περισσότερο από ποτέ, πως ήταν πιο κοντά στην εκπλήρωση των ονείρων τους. Δε ξέρανε φυσικά πως δε θα τα κατάφερνε κανείς από τους τέσσερις..



0/4

Παρασκευή, Μαΐου 23, 2008

0/4 - Όλα ξεκινάνε τώρα

Αυτό το τελευταίο βράδυ στο στρατόπεδο, ο Μπεν ο αρουραίος των μαγειρείων είχε μελαγχολική διάθεση. Στα 32 χρόνια που βρισκόταν στη μονάδα είχε δει αμέτρητους φαντάρους να απολύονται. Να σκίζουν τρελαμένοι τα παντελόνια τους, να πετάνε ψηλά τα κρεβάτια τους, να μεθοκοπάνε με φτηνό αλκοόλ και να τραγουδάνε μέχρι να αποκοιμηθούν σα μοσχάρια. Πάντοτε του φαίνονταν παράξενες αυτές οι αντιδράσεις, κάνανε τρέλες και ανυπομονούσαν για την ώρα που θα παίρνανε τα απολυτήρια στα χέρια τους, λες και η ζωή τους από κει και μπρος θα ήταν μόνο χαρές. Οι ανόητοι χαίρονται για ανόητα πράγματα συνήθιζε να λέει ο θυμόσοφος αρουραίος και τώρα που ήρθε κι αυτού η σειρά του, δεν είχε διάθεση για πανηγυρισμούς, αλλά για ψύχραιμη κρίση των συνθηκών. Γνώριζε πως για να διεκδικήσει την καλύτερη ζωή που ονειρευόταν θα έπρεπε να περάσει από το έγκλημα και την παρανομία.


Εκείνο το πρωί για πρώτη φορά μετά από χρόνια τον είχε φωνάξει ο ταχυδρόμος του στρατοπέδου. Είχε γράμμα για αυτόν. Ο Μπεν το παρέλαβε σα να ήταν κάτι συνηθισμένο, και το άνοιξε επιδεικτικά μπροστά σε όλους. Σα να ήθελε να δώσει μια προειδοποίηση, ένα σημάδι, ώστε όταν την επόμενη μέρα θα χανόταν για πάντα, να θυμηθούν πώς να, κάτι συνέβη, κάποιος του έστειλε ένα γράμμα και μετά παφ, εξαφανίστηκε μαγικά. Έτσι ήθελε τουλάχιστο να ελπίζει, πως η απουσία του θα γινόταν αισθητή..

Το γράμμα ηταν από το μελλοντικό συνεργάτη του το Φόντα και ήταν σύντομο και σαφες
«Όλα ξεκινάνε τώρα»
Το σύνθημα το περίμενε, του Μπεν όμως του έκανε εντύπωση το όνομα πάνω στο φάκελο. Έγραφε Φώντας. Περίεργο, πάντα πίστευε πως το όνομα αυτό γραφόταν με όμικρον, Φόντας…

Είχε επιτέλους έρθει η ώρα, απολυόταν η σειρά του Φώντα και πλέον δεν υπήρχε τίποτα να τους εμποδίζει να βάλουν μπρος τα σχέδια τους. Ο Μπεν θα έπαιρνε το τρένο και θα ταξίδευε στην Αθήνα. Θα έπρεπε όμως να βρει κι ένα τρόπο να προϊδεάσει το συνεργάτη του για τη μικρή έκπληξη που του ετοίμαζε.

«Εμ Φώντα, έχει προκύψει ένα θεματάκι….» όχι, οχι
«Εμ… Φώντα, όλα καλά μονο που…» μπα οχι
«Ναι Φώντα μου όλα έτοιμα, έρχομαστε …..
ποιοι είμαστε εμείς που ερχόμαστε? …»
Όταν προσκάλεσε το μάγειρα να συμμετέχει κι αυτός στη «συμμορία» τους, του είχε φανεί εξαιρετική ιδέα, όσο όμως το ξανασκεφτόταν φοβόταν πως αυτή του η πρωτοβουλία μπορεί να εξόργιζε το Φώντα. Γιαυτό θα πρεπε να τον κάνει να νομίζει πως ήταν εξαρχής δική του η ιδέα. Το φορτηγάκι – ψυγείο του πρώην αλλαντοπώλη θα βοηθούσε σ’ αυτό, ο αρουραίος θα επέμενε πως ο Φώντας είχε αναφέρει την αναγκαιότητα να έχουν ένα ευρύχωρο όχημα για τη δράση τους.

Προσπαθώντας να ηρεμήσει και να βεβαιωθεί πως έχει πάρει τις σωστές αποφάσεις, νωρίτερα το βράδυ είχε βγει στο χωριό και είχε βρει τους αρουραίους που κάποτε ήταν κολλητοί φίλοι του. Η πρόθεση του δεν ήταν να τους αποχαιρετήσει ή να τους αντικρύσει για τελευταία φορά και να νοσταλγήσει. Ήθελε μόνο να πάρει κουράγιο βλέποντας τους να μένουν κολλημένοι στην ίδια δυσωδία των υπονόμων και να νιώσει ανώτερος που αυτός υποτάσσει τη φύση του, παύει να είναι ένας κοινός αρουραίος και κυνηγάει κάτι καλύτερο. Ένα τρόπο ζωής που ακόμα και πολλοί άνθρωποι θα τον ζήλευαν.

Δεν ήξερε ακόμα πως ένας απο αυτούς τους ανθρώπους που ονειρευόταν τα ίδια με αυτόν, τον παρακολουθούσε όλη μέρα..

Καθώς είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, ο αρουραίος γλύστρισε μέχρι το σημείο όπου είχε θάψει την ατζέντα. Άρχισε να σκάβει, στην αρχή προσεκτικά, μα καθώς δεν έβρισκε τίποτα οι κινήσεις του γίνονταν όλο και πιο νευρικές και έσκαβε όλο και πιο μακριά..«δε μπορεί εδώ την έθαψα, καλά ίσως και λίγο πιο πέρα» και πέταγε το χώμα ψηλά και έσκαβε όλο και πιο δυνατά και ήθελε να κλάψει γιατί χωρίς ατζέντα όλα τα σχέδια του ακυρώνονταν. Ένα χέρι τον ακούμπησε στην πλάτη. Ήταν ο Οράτιος ο πιτσιρικάς με τα κόκκινα μαλλιά.

«Ήρθε η ώρα λοιπόν? Παίρνω την ατζέντα και φεύγουμε?» είπε χαμηλόφωνα ο μικρός
«Μα…τι … τι λες.. που….»
«Σας άκουσα Μπεν. Τότε με το Φώντα. Ήμουν εκεί, θυμάσαι? Θα έρθω κι εγώ μαζί σας»

«δε γίνεται… είσαι….» ο Μπεν ίδρωνε και ξεΐδρωνε και αν το γλύτωνε σήμερα το εγκεφαλικό σίγουρα θα ζούσε άλλα 100 χρόνια. Η ξαφνική εμφάνιση του Οράτιου φάνταζε τώρα χειρότερη κι από την προηγούμενη λαχτάρα που πήρε με την εξαφάνισης της ατζέντας. Ο Μπεν πια δε μπορούσε να συγκροτήσει τη σκέψη του και να δει τι θα κάνει με τον μικρό παρα μόνο τραύλιζε και μουδιασμένος τον άκουγε να παίρνει εκείνος πάνω του το σχεδιασμό της επόμενης ημέρας.

Ο Οράτιος ήταν αποφασισμένος «Την ατζέντα την έχω εγώ όλο αυτό τον καιρό. Δε ξέρω γιατί είναι τόσο σημαντική, αλλά μέχρι να μάθω θα είμαι μαζί σας.»
«μα είσαι μικρός.. δεν πρέπει…εμείς ίσως μπλέξουμε... κάτι μπορεί να πάει στραβά.. εσύ έχεις τόσο μέλλον......»

και ο Μπεν πανικόβλητος καθώς δεν έβρισκε τις λέξεις για να μεταπίσει τον Οράτιο, συνειδητοποιούσε πως απέκτησε άλλον ένα συνταξιδιώτη για την Αθήνα.



Αναστατωμένος έφυγε τρέχοντας για το κοντινό χωριό. Στα παγκάκια της αλάνας συνήθως κάθονταν παρέες από γυναίκες και συζητούσαν μέχρι αργά το βράδυ. Ούτε καταλάβαινες τι διάολο λέγανε έτσι που φωνάζανε στην τοπική διάλεκτο τους και τα τα τσιριχτά γέλια τους καταστρέφανε την ησυχία της νύχτας. Όταν έφτασε, οι παρέες είχαν ήδη διαλυθεί και βρήκε μόνο μια νεαρή που είχε πάρει τη δημοσιά για το σπίτι της. Ο Μπεν προτιμούσε τις γριές αλλά δεν είχε κι άλλες επιλογές κι έτσι την ακολούθησε.

Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα κι ήταν πολύ κοντή. Είχε πόδια χοντρά και τα κότσια της ήταν πρησμένα απο ορθοστασία. Έξω απ’ το σπίτι της στάθηκε να κλεισει την καγκελόπορτα, όχι για ασφάλεια αφού κανείς δε θα έφτανε εκεί στην ερημιά, αλλα πιθανότατα για να μη χτυπάει απο τον άνεμο. Μοιραίο λάθος αυτή της η καθυστέρηση. Ο αρουραίος την έβλεπε πλάτη να τραβάει την βαριά πόρτα που έτριζε καθώς σερνόταν στο τσιμέντο. Πλησίασε γρήγορα το πόδι της και το δάγκωσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Η κοπέλα άρχισε να ουρλιάζει και να κλωτσάει, όμως ο αρουραίος είχε δαγκώσει το πόδι σφιχτά και δε θα το άφηνε. Έπεσε κάτω και χτυπιόταν κι ο αρουραίος για λίγο άφησε τα δόντια του να γλυστρίσουν απο το κρέας κι αμέσως της έκανε μια δεύτερη, πιο δυνατή δαγκωματιά. Το χρειαζόταν αυτό, του πρόσφερε ηδονή και ανακούφιση.

Είχε λουστεί από το αίμα της νεαρής. Την αφησε να σφαδαζει από πόνο στην είσοδο του σπιτιού της. Της εριξε μια τελευταία ματιά. Το πρόσωπο της είχε παραμορφωθεί από τον πόνο. Από την πληγή στο πόδι της ανάβλυζε το αίμα και σχημάτιζε ένα ποταμάκι που κατέληγε στον κήπο όπου πότιζε το χωμα βάφοντας το κόκκινο.

Αν ποτέ επιστρέψω εδώ στην παραμεθώριο, σκέφτηκε ο Μπεν, να έρθω σε αυτό τον κήπο και θα κόψω ένα απο αυτά τα λουλούδια, που θα χουν φυτρώσει από το αίμα της. Τόσο φτηνός και υποκριτικός ήταν ο συναισθηματισμός του αρουραίου, που τον ξέχασε πριν ακόμα φτάσει στο στρατόπεδο τρέχοντας μέσα στα σκοτάδια.