Ο μπαρμπα Γρηγόρης, τι μπάρμπας δηλαδή, βια σαραντα πέντε χρονώ να ήτανε ο άνθρωπος, καυχιότανε συχνά πως είχε την καρδγιά του δεξιά.
Τον είχαν πάρει στο δούλεμα και οι συχωριανοί, τον αντιμετώπιζαν σα γραφικό, πού ξανακούστηκε καρδιά στο δεξί μέρος, γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό να εξετάσει το μπαρμπα Γρηγόρη, παρά μόνο στην πιο κοντινή πόλη σαράντα χιλιόμετρα μακριά, όμως ο μπαρμπα Γρηγόρης δε ξεκούναγε από το χωριό και απέφευγε τους γιατρούς όπως ο διάολος το λιμάνι. Κάποιοι του κάνανε και καζούρα ότι η δεξιά καρδγιά εξηγείται γιατι είναι δεξός και τότε ο μπαρμπα γρηγόρης τους κυνηγούσε με το στυλιάρι γιατί δεν δεχότανε μεγαλύτερη προσβολή από αυτή.
Πήγαινε ο κόσμος στο παντοπωλείο και τους έλεγε αυτός μια μέρα όταν πεθάνω θα με μάθει όλος ο πλανήτης, θα πούνε πρωτοφανής ιατρική περίπτωση ένας Ελλην με τη καρδγιά του δεξιά. Και τους έβαζε να ακουμπήσουν το αυτί τους στο στήθος και να ακούσουν τον παλμό που χτυπάει δεξιά κι όλοι κοντοστέκονταν όμως μετά υπέθεταν ότι κάτι άλλο συμβαίνει, κάποια αντανάκλαση του ήχου.
Κι ένα ανοιξιάτικο πρωί ξημέρωσε με κλειστά ρολλά στο μαγαζί. Η αρχική δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση των αγορών για το μεσημεριανό τραπέζι, αντικαταστάθηκε από ανησυχία για τον μπάρμπα Γρηγόρη. Θα ταν άρρωστος. Θα ρθει όπου να’ ναι. Θα ήπιε κανα δυο τσίπουρα παραπάνω στο καφενείο ψες. Κλειστά ρολλά.
Το απόγεμα ανοίξανε το σπίτι. Να τηρήσουμε λέει τα έθιμα. Να ξενυχτήσουμε το νεκρό και να μοιράσουμε τα ρούχα του. Μαζεύτηκαν μαύρες γριές και κλαίγανε γοερά και φωνάζανε μοιρολόγια γεμάτα υπερβολές και ανακρίβειες και χιλιοειπωμένες νεκρολογίες. Πέσανε τα λιγούρια και κάνανε πλιάτσικο στο σπίτι του μπαρμπα Γρηγόρη. Αρπάζανε τα ρούχα του και ανοίγανε τα συρτάρια του. Τα ρούχα δεν τους κάνανε παρόλαυτα τα φοράγανε. Τους έπεφτε στενό το σακάκι του μακαρίτη και ασφυκτιούσαν εκει μέσα κι όμως δεν το παραδέχονταν. Τις τρύπιες κάλτσες του τις βάλανε για γάντια.
Ένας νεκρός, γριές που μοιρολογούνε το ιδιο τροπάρι και ένα θλιβερό αποχαιρετιστήριο πλιάτσικο στη μνήμη του νεκρού.
Κάποιος πρότεινε να βάλουν το μπαρμπα Γρηγόρη σε ένα νοικιασμένο αμάξι να τον πάνε στην πόλη να τον εξετάσει ένας γιατρός, μήπως και τον δικαιώσει για τη δεξιά καργδιά. Ποιος να βάλει όμως τα έξοδα, ότι δραχμή υπήρχει στο σπίτι την κλέψανε. Να ανοίξουμε τα ρολά στο μαγαζί να βάλουμε χέρι στο ταμείο είπε κάποιος. Τα πήραν τα λεφτά και τον στείλανε. Ο γιατρός τρελάθηκε από την ανακάλυψη. Επικοινώνησαν με την πρωτεύουσα και με κονδύλι του υπουργείου ο μπαρμπα Γρηγόρης έγινε αντικείμενο πανεπιστημιακής έρευνας.
Ο πλανήτης έστρεψε τα φώτα του στο χωριό. Μόνο με τέτοιο γεγονός θα ήταν πιθανό να αποκτήσει έστω προσωρινή αξία αυτή η κουκίδα του χάρτη. Με τερατογένεση ή με απεχθές έγκλημα «αδιστακτη μητέρα έσφαξε τα δεκατέσσερα παιδιά της στην καλκούτα», «άντρας με τρια πόδια ασελγεί σε αγελάδες στη χιλή». «Ιδιόμορφη περίπτωση δεξιοκαρδίας ανακαλύφθηκε μετά θάνατον σε μεσήλικα σε επαρχία της ελλάδας». Ο γύρος του κόσμου σε 30 λέξεις.
Πίσω στο χωριό φουσκώναν από περηφάνεια και υποκρισία. Τα χα πει εγώ ή τον πίστευα το μπαρμπα Γρηγόρη ή εγω σας τα λεγα πως είχε δεξιά καρδιά αλλα δεν με πιστεύατε. Οι χωριάτες φάνταζαν πανάξιες μελλοντικές γριές μοιρολογίστρες. Στο παντοπωλείο του μπαρμπα Γρηγόρη δεν έμεινε τίποτα. Τα κλέψανε όλα. Κάποιος είχε τουλάχιστο την ευθιξία φεύγοντας με την τελευταία κονσέρβα να τραβήξει πίσω του τα ρολλά του μαγαζιού.
Κλειστά ρολλά στου μπαρμπα Γρηγόρη.
Κλειστά ανοιξιάτικα ρολλά με γλυκόπικρη σάλτσα συναισθημάτων
Τον είχαν πάρει στο δούλεμα και οι συχωριανοί, τον αντιμετώπιζαν σα γραφικό, πού ξανακούστηκε καρδιά στο δεξί μέρος, γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό να εξετάσει το μπαρμπα Γρηγόρη, παρά μόνο στην πιο κοντινή πόλη σαράντα χιλιόμετρα μακριά, όμως ο μπαρμπα Γρηγόρης δε ξεκούναγε από το χωριό και απέφευγε τους γιατρούς όπως ο διάολος το λιμάνι. Κάποιοι του κάνανε και καζούρα ότι η δεξιά καρδγιά εξηγείται γιατι είναι δεξός και τότε ο μπαρμπα γρηγόρης τους κυνηγούσε με το στυλιάρι γιατί δεν δεχότανε μεγαλύτερη προσβολή από αυτή.
Πήγαινε ο κόσμος στο παντοπωλείο και τους έλεγε αυτός μια μέρα όταν πεθάνω θα με μάθει όλος ο πλανήτης, θα πούνε πρωτοφανής ιατρική περίπτωση ένας Ελλην με τη καρδγιά του δεξιά. Και τους έβαζε να ακουμπήσουν το αυτί τους στο στήθος και να ακούσουν τον παλμό που χτυπάει δεξιά κι όλοι κοντοστέκονταν όμως μετά υπέθεταν ότι κάτι άλλο συμβαίνει, κάποια αντανάκλαση του ήχου.
Κι ένα ανοιξιάτικο πρωί ξημέρωσε με κλειστά ρολλά στο μαγαζί. Η αρχική δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση των αγορών για το μεσημεριανό τραπέζι, αντικαταστάθηκε από ανησυχία για τον μπάρμπα Γρηγόρη. Θα ταν άρρωστος. Θα ρθει όπου να’ ναι. Θα ήπιε κανα δυο τσίπουρα παραπάνω στο καφενείο ψες. Κλειστά ρολλά.
Το απόγεμα ανοίξανε το σπίτι. Να τηρήσουμε λέει τα έθιμα. Να ξενυχτήσουμε το νεκρό και να μοιράσουμε τα ρούχα του. Μαζεύτηκαν μαύρες γριές και κλαίγανε γοερά και φωνάζανε μοιρολόγια γεμάτα υπερβολές και ανακρίβειες και χιλιοειπωμένες νεκρολογίες. Πέσανε τα λιγούρια και κάνανε πλιάτσικο στο σπίτι του μπαρμπα Γρηγόρη. Αρπάζανε τα ρούχα του και ανοίγανε τα συρτάρια του. Τα ρούχα δεν τους κάνανε παρόλαυτα τα φοράγανε. Τους έπεφτε στενό το σακάκι του μακαρίτη και ασφυκτιούσαν εκει μέσα κι όμως δεν το παραδέχονταν. Τις τρύπιες κάλτσες του τις βάλανε για γάντια.
Ένας νεκρός, γριές που μοιρολογούνε το ιδιο τροπάρι και ένα θλιβερό αποχαιρετιστήριο πλιάτσικο στη μνήμη του νεκρού.
Κάποιος πρότεινε να βάλουν το μπαρμπα Γρηγόρη σε ένα νοικιασμένο αμάξι να τον πάνε στην πόλη να τον εξετάσει ένας γιατρός, μήπως και τον δικαιώσει για τη δεξιά καργδιά. Ποιος να βάλει όμως τα έξοδα, ότι δραχμή υπήρχει στο σπίτι την κλέψανε. Να ανοίξουμε τα ρολά στο μαγαζί να βάλουμε χέρι στο ταμείο είπε κάποιος. Τα πήραν τα λεφτά και τον στείλανε. Ο γιατρός τρελάθηκε από την ανακάλυψη. Επικοινώνησαν με την πρωτεύουσα και με κονδύλι του υπουργείου ο μπαρμπα Γρηγόρης έγινε αντικείμενο πανεπιστημιακής έρευνας.
Ο πλανήτης έστρεψε τα φώτα του στο χωριό. Μόνο με τέτοιο γεγονός θα ήταν πιθανό να αποκτήσει έστω προσωρινή αξία αυτή η κουκίδα του χάρτη. Με τερατογένεση ή με απεχθές έγκλημα «αδιστακτη μητέρα έσφαξε τα δεκατέσσερα παιδιά της στην καλκούτα», «άντρας με τρια πόδια ασελγεί σε αγελάδες στη χιλή». «Ιδιόμορφη περίπτωση δεξιοκαρδίας ανακαλύφθηκε μετά θάνατον σε μεσήλικα σε επαρχία της ελλάδας». Ο γύρος του κόσμου σε 30 λέξεις.
Πίσω στο χωριό φουσκώναν από περηφάνεια και υποκρισία. Τα χα πει εγώ ή τον πίστευα το μπαρμπα Γρηγόρη ή εγω σας τα λεγα πως είχε δεξιά καρδιά αλλα δεν με πιστεύατε. Οι χωριάτες φάνταζαν πανάξιες μελλοντικές γριές μοιρολογίστρες. Στο παντοπωλείο του μπαρμπα Γρηγόρη δεν έμεινε τίποτα. Τα κλέψανε όλα. Κάποιος είχε τουλάχιστο την ευθιξία φεύγοντας με την τελευταία κονσέρβα να τραβήξει πίσω του τα ρολλά του μαγαζιού.
Κλειστά ρολλά στου μπαρμπα Γρηγόρη.
Κλειστά ανοιξιάτικα ρολλά με γλυκόπικρη σάλτσα συναισθημάτων
