Ένα περίεργο πράγμα που με πιάνει όταν είμαι άρρωστος, να παραληρώ και να βλέπω οράματα με διαόλους και τριβόλους, δε μπορώ να το εξηγήσω. Λίγο να ανεβάσω πυρετό και αμέσως μπλέκω την πραγματικότητα με την οφθαλμαπάτη, χάνω την αίσθηση του αληθινού και καταλήγω να συνομιλώ με βιβλικές μορφές για καθημερινά μικροζητήματα όπως το χρόνο βρασμού σε συνθήκες έντονης ψυχολογικής πίεσης ή τα καλύτερα φυσίγγια για κυνήγι βαλτόπαπιας.
Χτες λοιπόν ξύπνησα με δυνατό πονοκέφαλο και μόλις είδα καθισμένη στο κρεβάτι μου τη Μαρία τη Μαγδαληνή να μου πλένει τα πόδια κατάλαβα πως είχα ανεβάσει δέκατα. Έβαλα θερμόμετρο και είχα 37,5. Φυσικά.
Σηκώθηκα για να φτιάξω ένα χαμομήλι και να πιώ μια ασπιρίνη και στο τραπέζι της κουζίνας οι απόστολοι Παύλος, Ναθαναήλ, Ματθαίος και Ιωάννης παίζανε texas holdem . Παρακολούθησα κανα τρίλεπτο κι ο Ναθαναήλ τους τα είχε ψιλομαζέψει. Ο Ματθαίος πήγε πάσο με Ρήγα - δέκα κι ο Ιωάννης έπαιξε all in με δύο εφτάρια. Ο Παύλος πάλι περίμενε το ιδανικό φύλλο για να μπει, όμως ήταν η πιο ενδιαφέρουσα φιγούρα έτσι που στεκόταν στην άκρη αμίλητος με το καπέλο και τα γυαλιά ηλίου του.
Η ασπιρίνη δεν έκανε τίποτα. Ξανα ξάπλωσα στο κρεβάτι, τράβαγα τα σκεπάσματα για να ζεσταθώ χωρίς να καταφέρνω τίποτα. Μόλις κάλυπτα το κεφάλι μένανε εκτεθειμένα τα ποδάρια και μόλις έχωνα τα πόδια κάτω από το πάπλωμα ξετρύπωνε το κεφάλι μου και κάτι διαόλια μου τσιμπάγανε τα αυτιά με τα μακριά σουβλιά τους. Πέρασαν ώρες που ήμουν πότε ξύπνιος πότε κοιμισμένος χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω κάθε φορά σε τι φάση ήμουν. Το ταβάνι γυρνούσε. Χαμός.
Κρίσιμο σημείο.
Το ταβάνι σκίστηκε στα δύο. «Ωχ, πάμε πάλι τα ίδια με τη δευτέρα παρουσία..» μουρμούρησα. Ο πυρετός είχε χτυπήσει σαραντάρα και το είχα ξαναδεί το υπέρλαμπρο σόου τόσες φορές που δεν πίστευα πως θα έκρυβε καποια έκπληξη.
Θυμάμαι εκείνη την παρωδία, τότε που είχα διανυκτερεύσει στην Ερέτρια, ίσως το χειρότερο μέρος της Ελλάδας. Τότε με έπιασε μια ξαφνική αδιαθεσία, ποιος ξέρει – να έφαγα κάποιο χαλασμένο σαλάμι – και ανέβασα άμεσα υψηλό πυρετό. Ε, τότε εκτυλίχθηκε μπροστά μου η πιο θλιβερή αναπαράσταση δευτέρας παρουσίας που έχω δει ποτέ. Κάτι φουκαράδες ταλαίπωροι σύρανε το κορμί τους μέχρι το ταβάνι, εφέ της πλάκας, σκηνικά και κουστούμια κακής ποιότητας και πολύ ανοργανωσιά. Χάνανε τα λόγια τους, δε ξέρανε που πρέπει να πάνε, ποιοι είναι αμαρτωλοί, ποιους τρώει το κακό το τέρας. Γενικά τεράστια απογοήτευση.
Αυτή τη φορά όμως το ξεκίνημα ήταν επιβλητικό. Τι διάολο, Αθήνα, πρωτεύουσα, υψηλά στάνταρ. Το κρεβάτι άρχισε να τρέμει, η γης σειότανε. Η δύνη ρούφηξε τη Μαρία Μαγδαληνή που ούρλιαζε τρομαγμένη και καθώς περιστρεφόταν κομματιάστηκε βιαίως. Δεν ήταν πια αστείο, είχα σοκαριστεί.
Μωρά κλαίγανε και το αίμα έρεε χωρίς σταματημό και δικαιολογία. Πυκνό σύννεφο με κύκλωνε και το όραμα μπροστά μου γιγαντωνόταν. Ανθρωπάρια σαν υπνωτισμένα κατέφθαναν απο κάθε γωνιά του κόσμου, θλιβερά και τυρανισμένα για να κριθούν και εξαντλημένα ανέβαιναν το λόφο για να Τον πλησιάσουν, και γονάτιζαν απο κούραση και στέγνωναν οι γλώσσες τους απο δίψα και σπρώχνονταν και πατούσαν οι πιο δυνατοί στους αδύναμους και κατέφθαναν περήφανοι ιερείς με κατάλευκα άμφια πάνω σε δυνατά άλογα που κάλπαζαν πάνω απο το πλήθος και οι όπλες των ποδιών τους τσάκιζαν τα κρανία των αμαρτωλών.
Κοίταγα έντρομος. Και κάθε τόσο ανοιγόκλεινα τα μάτια μου μήπως εξαφανιστούν απο μπρος μου, λες και ήταν της όρασης μου όλα αυτά και όχι προϊόντα του μυαλού και της φαντασίας. Και ανεβαίνοντας το λόφο έφταναν σε Αυτόν και στο πλάι του ήταν οι απόστολοι κι εκεί γινόταν διαχωρισμός και αριστερά υπήρχαν άγγελοι και άνθρωποι αναμάρτητοι, καθαροί, και δεξιά υπήρχαν καψαλισμένοι διάολοι με τρίαινες που αρπάζανε τους περιττούς και τους τρυπάγανε να ματώσουν και τους χτυπάγανε μέχρι τα κόκκαλα τους να σπάσουν και τους σπρώχνανε στο κενό, τους βυθίζανε στη φωτιά, τους ρίχνανε στο πύρινο λαρύγγι ενός τεράστιου απόκοσμου τέρατος. Και η δεξιά πλευρά όλο και μεγάλωνε και όλο και κατάπινε σπιθαμές.
Όλο έλεγα στον εαυτό μου, είναι ένα όραμα, ηρέμησε, απόλαυσε τη φαντασμαγορία που σου προσφέρεται, δεξου το σαν μια γεμάτη εμπειρία, μα όλο έτρεμα, ο πυρετός δε μου επέτρεπε να υπακούω στις λογικές μου σκέψεις. Τι με φόβιζε? Πρώτη φορά τα έβλεπα? Την τιμωρία, τον πόνο, την εσχατολογία, τις τερατώδεις μορφές. Κάθε φορά έτσι ηταν, άλλοτε επιτυχημένα, άλλοτε όχι. Να χωθώ οριστικά κάτω από το πάπλωμα και όλα θα τελειώσουν? Ώστε αυτό αποφάσισα? Την εύκολη λύση? Καλά μου, θα το θυμάμαι αυτό όμως, πόσο δίστασα αυτή τη φορά, τη φορά που η κόλαση άρχιζε να υπερκαλύπτει τον παράδεισο.
Πήγα να τραβήξω τα σκεπάσματα. Αδύνατον. Ήμουν γυμνός. Κοίταξα προς τα πάνω.
Ήμουν και ο ίδιος στο λόφο. Με παρέσερνε το πλήθος κι ανέβαινα κι εγώ Μια γριά με άρπαξε απο τα μαλλιά για να κρατηθεί και φώναξα καθώς μου ξερίζωνε μια τούφα. Τη χτύπησα δυνατά με γροθιές στο στόμα μέχρι να με αφήσει. Και γύρω μου, όλοι χτυπούσανε με λύσσα, με αδημονία να ανεβούν ψηλά. Ακολούθησα τους πολλούς, μα ένιωθα εξαντλημένος να λιώνω από τον πυρετό. Τον έβλεπα, πλησίαζα.
Άραγε πέθανα, σκέφτηκα. Αυτό ηταν? Ενσωματώθηκα κι εγώ σε αυτό που τόσα χρόνια νόμιζα πως δεν ήταν παρά ένα παραλλήρημα της ασθενείας μου, μα φαίνεται τελικά πως ήταν μια προειδοποίηση που εγώ πήρα ασυλλόγιστα? Είδα τον απόστολο Παύλο να με κοιτάει. Δεν ήταν τώρα ανέκφραστος. Είχε ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και γουρλωμένα τα μάτια και κάθε τόσο μου έδειχνε τα δόντια του που τα έσφιγγε με οργή.
Ήμουν πολύ κοντά στη διαλογή. Ένα ρυάκι ζεστού νερού έτρεχε στα πόδια μας και τα κάλυπτε μέχρι τα γόνατα. Κάποιοι σκοντάφτανε και δε μπορούσαν να ξανασηκωθούν όπως τους ποδοπατούσε ο όχλος. Έφτανα εκεί που οι αγνοί σώνονται και οι βρώμικοι καίγονται στα βασανιστήρια.
«όχι, δεν είναι έτσι» άκουσα ένα γέροντα να λέει δίπλα μου.
«κανείς δεν καταστρέφεται, μόνο μεταμορφώνεται, αλλάζει περιεχόμενο, κι όσοι δε ζήσουν υπο το φως Του θα δουν τη λάμψη της δικαιοσύνης Του». Ήταν πολύ γέρος, τυλιγμένος με κατασκισμένα σεντόνια, διατηρούσε όμως ακόμα μια αξιοπρέπεια και έμοιαζε σχεδόν ικανοποιημένος που πλησιάζαμε, σα να ανυπομονούσε να κριθεί.
Ναι, ωραία θα το δουν μια το φως και μετά θα θαφτούν στο σκοτάδι, απάντησα.
«δε θα τιμωρηθούν για τις πράξεις τους, θα κριθούν και θα λυτρωθούν»
Ο γέροντας ήταν γαλήνιος και με ηρέμησε μέσα σε όλο αυτό το χάος. Δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.
Μου αρέσεις, του είπα. Τέτοια λογική χρειάζομαστε στη ζωή μας. Πώς λέγεσαι γέροντα, τον ρώτησα
«ονομάζομαι Συμεών»
Δε φοβάμαι πια την κρίση, του είπα. Η στάθμη του νερού ανέβαινε. Πολύ.
Πετάχτηκα καταβρεγμένος πίσω στο κρεβάτι μου. Είχα σωθεί. Ήμουν και πάλι πίσω στο δωμάτιο, το όραμα είχε εξαφανιστεί και ένιωθα διαυγής, ο πυρετός θα είχε υποχωρήσει. Δίπλα στο κρεβάτι με κοίταζε που κοιμόμουν ο Συμεών.
«είχες ανήσυχο ύπνο» μου είπε
Μένουμε πια μαζί στο σπίτι. Δε με νοιάζει τι λέει ο κόσμος. Τις νύχτες με ηρεμεί να ξέρω πως κοιμάται στο κρεβάτι μου, χωρίς να υπάρχει τίποτα γκέι σε αυτό. Με τις συμβουλές του με καθοδηγεί σε μια καλύτερη ζωή.
Χτες λοιπόν ξύπνησα με δυνατό πονοκέφαλο και μόλις είδα καθισμένη στο κρεβάτι μου τη Μαρία τη Μαγδαληνή να μου πλένει τα πόδια κατάλαβα πως είχα ανεβάσει δέκατα. Έβαλα θερμόμετρο και είχα 37,5. Φυσικά.
Σηκώθηκα για να φτιάξω ένα χαμομήλι και να πιώ μια ασπιρίνη και στο τραπέζι της κουζίνας οι απόστολοι Παύλος, Ναθαναήλ, Ματθαίος και Ιωάννης παίζανε texas holdem . Παρακολούθησα κανα τρίλεπτο κι ο Ναθαναήλ τους τα είχε ψιλομαζέψει. Ο Ματθαίος πήγε πάσο με Ρήγα - δέκα κι ο Ιωάννης έπαιξε all in με δύο εφτάρια. Ο Παύλος πάλι περίμενε το ιδανικό φύλλο για να μπει, όμως ήταν η πιο ενδιαφέρουσα φιγούρα έτσι που στεκόταν στην άκρη αμίλητος με το καπέλο και τα γυαλιά ηλίου του.
Η ασπιρίνη δεν έκανε τίποτα. Ξανα ξάπλωσα στο κρεβάτι, τράβαγα τα σκεπάσματα για να ζεσταθώ χωρίς να καταφέρνω τίποτα. Μόλις κάλυπτα το κεφάλι μένανε εκτεθειμένα τα ποδάρια και μόλις έχωνα τα πόδια κάτω από το πάπλωμα ξετρύπωνε το κεφάλι μου και κάτι διαόλια μου τσιμπάγανε τα αυτιά με τα μακριά σουβλιά τους. Πέρασαν ώρες που ήμουν πότε ξύπνιος πότε κοιμισμένος χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω κάθε φορά σε τι φάση ήμουν. Το ταβάνι γυρνούσε. Χαμός.
Κρίσιμο σημείο.
Το ταβάνι σκίστηκε στα δύο. «Ωχ, πάμε πάλι τα ίδια με τη δευτέρα παρουσία..» μουρμούρησα. Ο πυρετός είχε χτυπήσει σαραντάρα και το είχα ξαναδεί το υπέρλαμπρο σόου τόσες φορές που δεν πίστευα πως θα έκρυβε καποια έκπληξη.
Θυμάμαι εκείνη την παρωδία, τότε που είχα διανυκτερεύσει στην Ερέτρια, ίσως το χειρότερο μέρος της Ελλάδας. Τότε με έπιασε μια ξαφνική αδιαθεσία, ποιος ξέρει – να έφαγα κάποιο χαλασμένο σαλάμι – και ανέβασα άμεσα υψηλό πυρετό. Ε, τότε εκτυλίχθηκε μπροστά μου η πιο θλιβερή αναπαράσταση δευτέρας παρουσίας που έχω δει ποτέ. Κάτι φουκαράδες ταλαίπωροι σύρανε το κορμί τους μέχρι το ταβάνι, εφέ της πλάκας, σκηνικά και κουστούμια κακής ποιότητας και πολύ ανοργανωσιά. Χάνανε τα λόγια τους, δε ξέρανε που πρέπει να πάνε, ποιοι είναι αμαρτωλοί, ποιους τρώει το κακό το τέρας. Γενικά τεράστια απογοήτευση.
Αυτή τη φορά όμως το ξεκίνημα ήταν επιβλητικό. Τι διάολο, Αθήνα, πρωτεύουσα, υψηλά στάνταρ. Το κρεβάτι άρχισε να τρέμει, η γης σειότανε. Η δύνη ρούφηξε τη Μαρία Μαγδαληνή που ούρλιαζε τρομαγμένη και καθώς περιστρεφόταν κομματιάστηκε βιαίως. Δεν ήταν πια αστείο, είχα σοκαριστεί.
Μωρά κλαίγανε και το αίμα έρεε χωρίς σταματημό και δικαιολογία. Πυκνό σύννεφο με κύκλωνε και το όραμα μπροστά μου γιγαντωνόταν. Ανθρωπάρια σαν υπνωτισμένα κατέφθαναν απο κάθε γωνιά του κόσμου, θλιβερά και τυρανισμένα για να κριθούν και εξαντλημένα ανέβαιναν το λόφο για να Τον πλησιάσουν, και γονάτιζαν απο κούραση και στέγνωναν οι γλώσσες τους απο δίψα και σπρώχνονταν και πατούσαν οι πιο δυνατοί στους αδύναμους και κατέφθαναν περήφανοι ιερείς με κατάλευκα άμφια πάνω σε δυνατά άλογα που κάλπαζαν πάνω απο το πλήθος και οι όπλες των ποδιών τους τσάκιζαν τα κρανία των αμαρτωλών.
Κοίταγα έντρομος. Και κάθε τόσο ανοιγόκλεινα τα μάτια μου μήπως εξαφανιστούν απο μπρος μου, λες και ήταν της όρασης μου όλα αυτά και όχι προϊόντα του μυαλού και της φαντασίας. Και ανεβαίνοντας το λόφο έφταναν σε Αυτόν και στο πλάι του ήταν οι απόστολοι κι εκεί γινόταν διαχωρισμός και αριστερά υπήρχαν άγγελοι και άνθρωποι αναμάρτητοι, καθαροί, και δεξιά υπήρχαν καψαλισμένοι διάολοι με τρίαινες που αρπάζανε τους περιττούς και τους τρυπάγανε να ματώσουν και τους χτυπάγανε μέχρι τα κόκκαλα τους να σπάσουν και τους σπρώχνανε στο κενό, τους βυθίζανε στη φωτιά, τους ρίχνανε στο πύρινο λαρύγγι ενός τεράστιου απόκοσμου τέρατος. Και η δεξιά πλευρά όλο και μεγάλωνε και όλο και κατάπινε σπιθαμές.
Όλο έλεγα στον εαυτό μου, είναι ένα όραμα, ηρέμησε, απόλαυσε τη φαντασμαγορία που σου προσφέρεται, δεξου το σαν μια γεμάτη εμπειρία, μα όλο έτρεμα, ο πυρετός δε μου επέτρεπε να υπακούω στις λογικές μου σκέψεις. Τι με φόβιζε? Πρώτη φορά τα έβλεπα? Την τιμωρία, τον πόνο, την εσχατολογία, τις τερατώδεις μορφές. Κάθε φορά έτσι ηταν, άλλοτε επιτυχημένα, άλλοτε όχι. Να χωθώ οριστικά κάτω από το πάπλωμα και όλα θα τελειώσουν? Ώστε αυτό αποφάσισα? Την εύκολη λύση? Καλά μου, θα το θυμάμαι αυτό όμως, πόσο δίστασα αυτή τη φορά, τη φορά που η κόλαση άρχιζε να υπερκαλύπτει τον παράδεισο.
Πήγα να τραβήξω τα σκεπάσματα. Αδύνατον. Ήμουν γυμνός. Κοίταξα προς τα πάνω.
Ήμουν και ο ίδιος στο λόφο. Με παρέσερνε το πλήθος κι ανέβαινα κι εγώ Μια γριά με άρπαξε απο τα μαλλιά για να κρατηθεί και φώναξα καθώς μου ξερίζωνε μια τούφα. Τη χτύπησα δυνατά με γροθιές στο στόμα μέχρι να με αφήσει. Και γύρω μου, όλοι χτυπούσανε με λύσσα, με αδημονία να ανεβούν ψηλά. Ακολούθησα τους πολλούς, μα ένιωθα εξαντλημένος να λιώνω από τον πυρετό. Τον έβλεπα, πλησίαζα.
Άραγε πέθανα, σκέφτηκα. Αυτό ηταν? Ενσωματώθηκα κι εγώ σε αυτό που τόσα χρόνια νόμιζα πως δεν ήταν παρά ένα παραλλήρημα της ασθενείας μου, μα φαίνεται τελικά πως ήταν μια προειδοποίηση που εγώ πήρα ασυλλόγιστα? Είδα τον απόστολο Παύλο να με κοιτάει. Δεν ήταν τώρα ανέκφραστος. Είχε ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και γουρλωμένα τα μάτια και κάθε τόσο μου έδειχνε τα δόντια του που τα έσφιγγε με οργή.
Ήμουν πολύ κοντά στη διαλογή. Ένα ρυάκι ζεστού νερού έτρεχε στα πόδια μας και τα κάλυπτε μέχρι τα γόνατα. Κάποιοι σκοντάφτανε και δε μπορούσαν να ξανασηκωθούν όπως τους ποδοπατούσε ο όχλος. Έφτανα εκεί που οι αγνοί σώνονται και οι βρώμικοι καίγονται στα βασανιστήρια.
«όχι, δεν είναι έτσι» άκουσα ένα γέροντα να λέει δίπλα μου.
«κανείς δεν καταστρέφεται, μόνο μεταμορφώνεται, αλλάζει περιεχόμενο, κι όσοι δε ζήσουν υπο το φως Του θα δουν τη λάμψη της δικαιοσύνης Του». Ήταν πολύ γέρος, τυλιγμένος με κατασκισμένα σεντόνια, διατηρούσε όμως ακόμα μια αξιοπρέπεια και έμοιαζε σχεδόν ικανοποιημένος που πλησιάζαμε, σα να ανυπομονούσε να κριθεί.
Ναι, ωραία θα το δουν μια το φως και μετά θα θαφτούν στο σκοτάδι, απάντησα.
«δε θα τιμωρηθούν για τις πράξεις τους, θα κριθούν και θα λυτρωθούν»
Ο γέροντας ήταν γαλήνιος και με ηρέμησε μέσα σε όλο αυτό το χάος. Δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.
Μου αρέσεις, του είπα. Τέτοια λογική χρειάζομαστε στη ζωή μας. Πώς λέγεσαι γέροντα, τον ρώτησα
«ονομάζομαι Συμεών»
Δε φοβάμαι πια την κρίση, του είπα. Η στάθμη του νερού ανέβαινε. Πολύ.
Πετάχτηκα καταβρεγμένος πίσω στο κρεβάτι μου. Είχα σωθεί. Ήμουν και πάλι πίσω στο δωμάτιο, το όραμα είχε εξαφανιστεί και ένιωθα διαυγής, ο πυρετός θα είχε υποχωρήσει. Δίπλα στο κρεβάτι με κοίταζε που κοιμόμουν ο Συμεών.
«είχες ανήσυχο ύπνο» μου είπε
Μένουμε πια μαζί στο σπίτι. Δε με νοιάζει τι λέει ο κόσμος. Τις νύχτες με ηρεμεί να ξέρω πως κοιμάται στο κρεβάτι μου, χωρίς να υπάρχει τίποτα γκέι σε αυτό. Με τις συμβουλές του με καθοδηγεί σε μια καλύτερη ζωή.
Νιώθω πως βγήκα κερδισμένος από την ημέρα της κρίσης.
