Ήρθε και με βρήκε καθιστό στην άμμο. Μόλις είχα βγει από τη θάλασσα και αναλογιζόμουν τι να συμβαίνει παράλληλα στο εγκατελειμένο μικρόκοσμο μου. Πίσω στο γραφείο κάποιος χτύπαγε τα πλήκτρα που θα χτυπούσα εγώ, πίσω στο σπίτι μερικά φυτά ξεραίνονταν καθώς έγερναν προς το παράθυρο, πίσω στον άδειο δρόμο της γειτονιάς χιλιάδες σταγονίδια από τα σωληνάκια των ερ κοντίσιον πότιζαν το τσιμέντο.
Στάθηκε μπροστά μου και σήκωσα το κεφάλι να τον κοιτάξω, μισοκλείνοντας τα μάτια που τσούζανε από τον ήλιο και το αλάτι. Μου πέταξε μια καφέ δερμάτινη μπάλα στα πόδια μου και μου έκανε την πρόταση. Ένας με έναν. Έτσι, για το παιχνίδι. Δεν είχε έκφραση ενθουσιασμού στο πρόσωπο του. Είχε αγωνία και απόγνωση. Δε ζητούσε, εκλιπαρούσε.
Το ήσυχο κύμα της θάλασσας πήγαινε και έφερνε τη μπάλα στα πόδια μου. Την τράβηξα στην πλευρά μου. Οι άσπρες ραφές της είχαν αρχίσει ήδη να φθείρονται από το αλάτι και την άμμο. Σε μία ώρα θα είχε σίγουρα ανοίξει στα δύο και θα ξεπρόβαλε από μέσα η σαμπρέλα για να σκιστεί κι αυτή με ένα αποχαιρετιστήριο βολέ. Έγλυψα τα χείλη μου που είχαν ξεραθεί. Έριξα μια γρήγορη ματιά στις γάμπες του. Δυνατές, σχηματισμένες σε καμπύλη, η αριστερή οδηγούσε σε ένα γόνατο με μια ουλή από εγχείρηση.
Σηκώθηκα και χωρίς να του μιλήσω προχώρησα στο νοητό μας γήπεδο.
Μερικά τετραγωνικά μέτρα άμμου αναστατώθηκαν, μερικές αρθρώσεις ταλαιπωρήθηκαν, δύο μπουκάλια νερό άδειασαν νωρίτερα από το αναμενόμενο, αρκετές κραυγές ανδρικής υπερηφάνιας διέκοψαν την στατική ηρεμία ενός μεσημεριού. Τη μία στιγμή στεκόταν όρθιος νικητής δίπλα μου ενώ εγώ διπλωμένος στα δύο έψαχνα για ανάσες, την άλλη στιγμή εξαφανίστηκε.
Η εξάντληση του ηττημένου προσδίδει μυστήριο στην εξαφάνιση του νικητή.
Το άλλο πρωί κατέβηκα στην παραλία. Τον αναζήτησα αρκετή ώρα. Δεν ήταν.
Περίμενα. Την όρεξη μου για παιχνίδι την αντικατέστησε μια ξερή οργή. Σε ένα fotoshop συναισθηματικών εκφράσεων κάποιος προσέθεσε στο πρόσωπο μου αγχωτική κοκκινίλα κάτω από τα μάτια. Τρέμολο νευρικότητας στα χείλη μου. Δεσιμο καρδιάς και στομαχιού σε κόμπο. Αυτό εύκολα απεικονίζεται με απλή θάμβωση του χρώματος προσώπου και προσθέτοντας εφέ αοριστίας βλέμματος.
Και τότε είδα εκείνο το ψηλό τύπο να βγαίνει από το νερό με αμήχανα βήματα και να κάθεται ανέμελος εκεί που σκάει το κύμα. Ήταν μπαλαδόφατσα. Είχε άσπρο δέρμα και χαιρόταν τις πρώτες μέρες διακοπών του. Την ώρα που ρέμβαζε ήρεμος, κάποιος πίσω στην πόλη έγδερνε το παρκαρισμένο του αυτοκίνητο στρίβοντας στη γωνία. Μια εφημερίδα κι ένα πακέτο μάλμπορο μαλακό που έπαιρνε καθημερινά, έμεναν απόθεμα στο περίπτερο αναμένοντας αγοραστή.
Ξεκίνησα προς την πλευρά του προσπαθώντας να αποφασίσω αν πρώτα θα του πέταγα τη μπάλα στα πόδια ή θα ήταν πιο δίκαιο να του έκανα ξεκάθαρους τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού που δεν τελειώνει ποτέ.